Πέμπτη, 28 Μαΐου, 2026
27.6 C
Athens
Πέμπτη, 28 Μαΐου, 2026

    Οι καλοί μας τρομοκράτες

    Αποθήκευση δημοσίευσης
    Αποθηκεύθηκε

    Χριστίνα Κατωπόδη

    Υπάρχει κάτι σχεδόν κωμικό στον τρόπο που λειτουργεί η ελληνική πολιτική ηθική. Όχι κωμικό με την ελαφρότητα της σάτιρας , κωμικό με την έννοια της πλήρους απογύμνωσης. Σαν εκείνη τη στιγμή που ένας άνθρωπος πιστεύει ότι υπερασπίζεται μια αρχή, ενώ στην πραγματικότητα υπερασπίζεται απλώς τη φυλή του.

    Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, του «Λάμπρου» της 17 Νοέμβρη, έβγαλε ξανά στην επιφάνεια αυτό το παλιό μεταπολιτευτικό αντανακλαστικό. Όχι τη συζήτηση για το σωφρονιστικό σύστημα· αυτή είναι η βιτρίνα. Αλλά έναν μηχανισμό που αδυνατεί καταδικάσει τη βία χωρίς υποσημειώσεις. Γιατί το πρώτο αντανακλαστικό ενός μεγάλου μέρους του δημόσιου λόγου δεν ήταν «τι σημαίνει να αποφυλακίζεται ένας άνθρωπος που συνδέθηκε με τη φονικότερη τρομοκρατική οργάνωση της Μεταπολίτευσης;». Ήταν κάτι άλλο. Μια παιδική, σχεδόν tribal αντίδραση:

    «Ναι, αλλά όταν βγήκε ο Μιχαλολιάκος δεν σας πείραξε».

    Αυτή η πρόταση συνοψίζει ίσως ολόκληρη τη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Όχι επειδή συγκρίνει δύο διαφορετικές περιπτώσεις πολιτικού εγκλήματος. Αλλά επειδή αποκαλύπτει ότι για πολλούς ανθρώπους η ηθική δεν είναι σταθερή αρχή αλλά είναι εργαλείο συσχετισμού δύναμης.

    Ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman περιέγραφε τη νεωτερική κοινωνία ως έναν χώρο όπου η ηθική μετατρέπεται σταδιακά από εσωτερική αρχή σε φυλετική πίστη. Δεν έχει σημασία τι έγινε, σημασία έχει ποιος το έκανε και σε ποια συλλογική ταυτότητα ανήκει. Ο Jonathan Haidt, μέσα από τη θεωρία των “moral foundations”, εξηγεί ακριβώς αυτή την ψυχολογική διαδικασία. Οι άνθρωποι δεν διαμορφώνουν πολιτικές θέσεις μέσω λογικής αλλά μέσω ενστικτώδους ομαδικής πίστης, και κατόπιν κατασκευάζουν επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν την ήδη ειλημμένη συναισθηματική τους στάση.

    Με άλλα λόγια, ο περισσότερος δημόσιος λόγος δεν είναι ηθική κρίση. Είναι εκλογίκευση. Αν ο «δικός σου» δολοφόνος υπηρετεί τη σωστή μυθολογία, τότε η βία αποκτά συμφραζόμενα. Γίνεται “ιστορικά κατανοητή”. Αποκτά κοινωνιολογικό βάθος, πολιτικές ερμηνείες, ιδεολογικές αποχρώσεις. Αν όμως ο δράστης ανήκει στο απέναντι στρατόπεδο, τότε η ίδια βία εμφανίζεται ξαφνικά ως το απόλυτο κακό.

    Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ο «Λάμπρος» της 17 Νοέμβρη. Καταδικάστηκε ως ηγετική μορφή της τρομοκρατικής οργάνωσης που δολοφόνησε μεταξύ άλλων τους Παύλο Μπακογιάννη, Στίβεν Σόντερς, Θάνο Αξαρλιάν και Γιάννη Βελούτσο εν ψυχρώ.

    Η αντικατάσταση της ηθικής από την οπαδική ταυτότητα είναι ίσως το πιο σταθερό χαρακτηριστικό της ελληνικής δημόσιας ζωής μετά το 1974. Ο Gustave Le Bon ήδη από τον 19ο αιώνα είχε παρατηρήσει ότι οι μάζες δεν λειτουργούν με βάση την ορθολογική συνέπεια αλλά μέσω συμβολικών ταυτίσεων. Η πολιτική ομάδα λειτουργεί σαν ψυχολογική προέκταση του εαυτού. Έτσι, κάθε επίθεση προς το «στρατόπεδο» βιώνεται σχεδόν σαν προσωπική επίθεση. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να συγχωρήσουν πράξεις που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούσαν αποτρόπαιες. Έτσι η 17 Νοέμβρη δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ πραγματικά ως αυτό που ήταν. Όχι σε πολιτισμικό επίπεδο. Όχι βαθιά. Δεν φορέθηκε ποτέ ως συλλογικό τραύμα. Αντίθετα, για δεκαετίες υπήρχε γύρω της ένα πέπλο σχεδόν λογοτεχνικής γοητείας. Σαν να επρόκειτο για σκοτεινούς χαρακτήρες μιας αντιιμπεριαλιστικής μυθολογίας και όχι για ανθρώπους που εκτελούσαν άλλους ανθρώπους εν ψυχρώ.

    Κι αυτό δεν συνέβη τυχαία. Η Μεταπολίτευση παρήγαγε μια ολόκληρη αισθητική ανοχής απέναντι στη βία, αρκεί η βία να χρησιμοποιούσε το σωστό λεξιλόγιο. Η “ένοπλη πάλη” απέκτησε σχεδόν πολιτισμική νομιμοποίηση μέσα σε συγκεκριμένους πανεπιστημιακούς, δημοσιογραφικούς και κομματικούς χώρους. Όχι ανοιχτά -ποτέ ανοιχτά αλλά με υπαινιγμούς, με μισόλογα, με εκείνη τη γνωστή ελληνική μέθοδο της ηθικής υπεκφυγής: «δεν συμφωνώ, αλλά μπορώ να καταλάβω». Αυτή η φράση κατέστρεψε ίσως περισσότερο τη δημόσια ηθική από όσο παραδέχεται η χώρα.

    Το παράδοξο είναι ότι πολλοί από εκείνους που αντιμετώπιζαν τη 17Ν σαν «παθολογία του συστήματος» εξακολουθούν να αρνούνται μια πολύ πιο δυσάρεστη πιθανότητα: ότι η οργάνωση δεν υπήρξε ποτέ έξω από το μεταπολιτευτικό οικοσύστημα. Ήταν γέννημά του. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η 17Ν «εκτελούσε εντολές του ΠΑΣΟΚ»  και όποιος γράφει κάτι τέτοιο ως βεβαιότητα καταλήγει σε μια καφενειακή συνωμοσιολογία. Υπάρχει όμως κάτι πολιτικά σοβαρότερο από τις εύκολες θεωρίες και είναι το γεγονός ότι η οργάνωση μπόρεσε να κινηθεί επί δεκαετίες μέσα σε ένα περιβάλλον ιδεολογικής ανοχής.

    Υπήρχε μια σιωπηλή κοινωνική νομιμοποίηση που επιτρέπει σε μια πρακτική να επιβιώνει χωρίς να γίνεται καθολικά αποδεκτή. Καμία ένοπλη οργάνωση δεν ζει μόνο από τα όπλα της. Ζει από τις πολιτισμικές σιωπές γύρω της. Από τον δημοσιογράφο που χαμογελά συγκαταβατικά. Από τον πανεπιστημιακό που μιλά για «ιστορικό πλαίσιο». Από τον κομματικό μηχανισμό που φοβάται να συγκρουστεί με τη ρομαντικοποίηση της βίας μήπως χάσει το ηθικό πλεονέκτημα της “αντίστασης”. Και τελικά από μια κοινωνία που έμαθε να συγχωρεί το έγκλημα όταν αυτό ντύνεται με ιδεολογική ποίηση.

    Η Hannah Arendt είχε γράψει πως οι ιδεολογίες γίνονται επικίνδυνες όταν παύουν να ερμηνεύουν την πραγματικότητα και αρχίζουν να την αντικαθιστούν. Τότε ο άνθρωπος δεν βλέπει πια τον νεκρό, βλέπει μόνο το ιστορικό αφήγημα μέσα στο οποίο ο νεκρός εντάσσεται. Γι’ αυτό η σύγκριση με τον Μιχαλολιάκο είναι τόσο αποκαλυπτική. Όχι επειδή οι δύο περιπτώσεις είναι ίδιες -δεν είναι. Αλλά επειδή αποδεικνύει ότι η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να αδυνατεί να πει κάτι εξαιρετικά απλό: ότι δύο πράγματα μπορούν να είναι ταυτόχρονα αποκρουστικά.

    Νίκος Μιχαλολιάκος, ιδρυτής και ηγετική μορφή της Χρυσής Αυγής. Καταδικάστηκε για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης που συνδέθηκε με δολοφονικές επιθέσεις, τάγματα εφόδου και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

    Ότι μπορείς να θεωρείς αδιανόητη την ύπαρξη νεοναζιστικών ταγμάτων εφόδου και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζεις με αποστροφή τη ρομαντικοποίηση μιας τρομοκρατικής οργάνωσης. Ότι δεν χρειάζεται να διαλέξεις “στρατόπεδο” νεκρών. Αλλά ίσως τελικά το βαθύτερο πρόβλημα της χώρας να είναι πως εδώ και πενήντα χρόνια η πολιτική δεν λειτουργεί ως σύγκρουση αρχών αλλά ως σύγκρουση φυλών. Και στις φυλές, η ηθική δεν είναι ποτέ καθολική. Είναι πάντα επιλεκτική.

    ΑΡΘΡΑ ΙΔΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Παρακαλούμε, εισάγετε το σχόλιό σας!
    Παρακαλούμε, εισάγετε το όνομά σας

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ