Κοντά στο 50% βρίσκονται πλέον οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου, καθώς ο Ιανουάριος πλησιάζει προς το τέλος του, έχοντας χάσει περίπου 33% των αποθεμάτων τους σε σύγκριση με τις αρχές Δεκεμβρίου. Ο επιθυμητός στόχος παραμένει η ολοκλήρωση της χειμερινής περιόδου με πληρότητα τουλάχιστον 35%, όριο που θεωρείται κρίσιμο για την ομαλή αναπλήρωση τους θερινούς μήνες.
Υπενθυμίζεται ότι οι αποθήκες φυσικού αερίου έκλεισαν τον περσινό χειμώνα στο 34%, εξέλιξη που επέτρεψε την επαναπλήρωσή τους χωρίς έντονη πίεση στη ζήτηση και τις τιμές. Ωστόσο, φέτος το περιβάλλον είναι διαφορετικό, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χαλαρώσει σε έναν βαθμό το αυστηρό πλαίσιο που είχε επιβληθεί την περίοδο της ενεργειακής κρίσης.
Παρά τη χαλάρωση, αποφασίστηκε η παράταση για έναν ακόμη χρόνο της υποχρέωσης οι αποθήκες να φτάνουν σε επίπεδα πληρότητας 90% στην αρχή του επόμενου χειμώνα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί να εισαγάγει μεγαλύτερες ποσότητες φυσικού αερίου το καλοκαίρι του 2026, αυξάνοντας τη ζήτηση και δημιουργώντας πρόσθετη στήριξη στις τιμές.
Ήδη η αγορά δείχνει ανοδικές τάσεις: από τα περίπου 26,5 ευρώ ανά MWh στις αρχές Δεκεμβρίου, οι τιμές κινούνται πλέον κοντά στα 33 ευρώ. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται εν μέρει αναμενόμενη λόγω της εποχικότητας του φυσικού αερίου, ωστόσο η βασική ανησυχία αφορά το αν οι υψηλότερες τιμές θα διατηρηθούν και στο υπόλοιπο του 2026.
Εφοδιασμός χωρίς Ρωσία, αλλά με υψηλότερο κόστος
Από την πλευρά της Ευρωπαϊκή Επιτροπή και των κρατών-μελών εκφράζεται η εκτίμηση ότι η ΕΕ διαθέτει επαρκή εφοδιασμό ακόμη και χωρίς ρωσικό φυσικό αέριο. Τα πολυετή συμβόλαια για LNG που έχουν συναφθεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους παραγωγούς εξασφαλίζουν μεγάλες διαθέσιμες ποσότητες. Ωστόσο, ο βασικός προβληματισμός μετατοπίζεται πλέον από την επάρκεια στο κόστος.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ελλάδα, όπου σημαντικό μέρος της ηλεκτροπαραγωγής βασίζεται στο φυσικό αέριο. Τα ολοένα θερμότερα καλοκαίρια αυξάνουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, οδηγώντας σε εντατικότερη λειτουργία των μονάδων αερίου και ενισχύοντας την έκθεση της χώρας στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.
Το νέο γεωπολιτικό premium
Ένα ακόμη στοιχείο που επιβαρύνει την αγορά είναι το λεγόμενο γεωπολιτικό premium. Σε αντίθεση με το παρελθόν, οι πιέσεις στις τιμές δεν προέρχονται μόνο από την Ανατολή. Η αυξημένη εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ για εισαγωγές LNG, σε συνδυασμό με τις ευρω-ατλαντικές τριβές που έχουν ανακύψει με αφορμή τη Γροιλανδία, δημιουργούν έναν νέο παράγοντα αβεβαιότητας.
Αν και τα συμβόλαια μεταξύ ευρωπαϊκών και αμερικανικών εταιρειών θεωρούνται νομικά ισχυρά, η απρόβλεπτη στάση του Ντόναλντ Τραμπ έχει ενισχύσει τους φόβους για ενδεχόμενα, έστω προσωρινά, εμπόδια στην ομαλή ροή των προμηθειών.
Παράλληλα, πρόσθετη γεωπολιτική ανησυχία προκαλούν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η παρουσία του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln στην περιοχή ερμηνεύεται ως ένδειξη αυξημένης έντασης γύρω από το Ιράν. Δεδομένης της σημασίας των Στενά του Ορμούζ για τον παγκόσμιο εφοδιασμό σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, κάθε κλιμάκωση προσθέτει ανοδική πίεση στις τιμές.
Ο ρόλος της κερδοσκοπίας
Τέλος, καθοριστικό ρόλο εξακολουθεί να παίζει το χρηματιστηριακό στοιχείο. Στο ευρωπαϊκό συμβόλαιο αναφοράς TTF, η κερδοσκοπία παραμένει έντονη, καθώς η ΕΕ δεν προχώρησε τελικά σε ουσιαστικά μέτρα περιορισμού της. Όπως και στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, οι κερδοσκόποι μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τη διαμόρφωση των τιμών, εφόσον εντοπίσουν τις κατάλληλες συνθήκες.
Το ενεργειακό τοπίο στην Ευρώπη παραμένει, έτσι, εύθραυστο, με τις ισορροπίες να εξαρτώνται όχι μόνο από τα επίπεδα αποθεμάτων, αλλά και από γεωπολιτικούς και χρηματοοικονομικούς παράγοντες που δύσκολα μπορούν να ελεγχθούν.