Για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά αυξήθηκε ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη δημογραφική άνοδο να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις μεταναστευτικές ροές, καθώς οι θάνατοι εξακολουθούν να υπερβαίνουν τις γεννήσεις.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ιδιαίτερα δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές, καθώς οι προβολές της Eurostat δείχνουν ότι ο πληθυσμός της χώρας ενδέχεται να μειωθεί κατά σχεδόν 30% έως το τέλος του αιώνα.
Σύμφωνα με τη Eurostat, την 1η Ιανουαρίου 2026 ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτιμήθηκε στα 452 εκατομμύρια κατοίκους, αυξημένος κατά 706.000 άτομα σε σύγκριση με την αντίστοιχη ημερομηνία του 2025.
Πρόκειται για την πέμπτη διαδοχική χρονιά πληθυσμιακής αύξησης, μετά τη μείωση που καταγράφηκε το 2021 λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας.
Παρά τη συνολική αύξηση, η φυσική μεταβολή του πληθυσμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει αρνητική.
Από το 2012 και μετά, οι θάνατοι υπερβαίνουν σταθερά τις γεννήσεις, με αποτέλεσμα η πληθυσμιακή ανάπτυξη να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τη θετική καθαρή μετανάστευση.
Χωρίς τις μεταναστευτικές ροές, ο πληθυσμός της ΕΕ θα είχε ήδη εισέλθει σε σταθερή καθοδική πορεία.
Κατά την τελευταία δεκαετία, ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκε κατά 8 εκατομμύρια κατοίκους, από 444 εκατομμύρια το 2016 σε 452 εκατομμύρια το 2026.
Από το 1960 έως σήμερα, η συνολική αύξηση υπολογίζεται σε 97,5 εκατομμύρια ανθρώπους, καθώς ο πληθυσμός της ΕΕ ανερχόταν τότε σε 354,5 εκατομμύρια.
Ωστόσο, ο ρυθμός αύξησης έχει επιβραδυνθεί σημαντικά. Τη δεκαετία του 1960 ο πληθυσμός αυξανόταν κατά μέσο όρο κατά 3 εκατομμύρια κατοίκους τον χρόνο, ενώ τη δεκαετία του 2010 η μέση ετήσια αύξηση περιορίστηκε σε περίπου 600.000 άτομα.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη γήρανση του πληθυσμού και τη συνεχή υποχώρηση των γεννήσεων.
Η Γερμανία παραμένει το πολυπληθέστερο κράτος-μέλος, με 83,5 εκατομμύρια κατοίκους, αριθμός που αντιστοιχεί στο 18,5% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ.
Ακολουθούν η Γαλλία με ποσοστό 15,3%, η Ιταλία με 13%, η Ισπανία με 11% και η Πολωνία με 8%.
Οι πέντε αυτές χώρες συγκεντρώνουν σχεδόν τα δύο τρίτα του συνολικού πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Μάλτα παραμένει το μικρότερο κράτος-μέλος πληθυσμιακά, με περίπου 600.000 κατοίκους.
Από την 1η Ιανουαρίου 2025 έως την 1η Ιανουαρίου 2026, ο πληθυσμός αυξήθηκε σε 16 από τα 27 κράτη-μέλη.
Τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή άνοδο κατέγραψε η Μάλτα και ακολούθησαν η Κύπρος και το Λουξεμβούργο.
Αντίθετα, τις μεγαλύτερες πληθυσμιακές απώλειες παρουσίασαν η Λετονία, η Εσθονία και η Ουγγαρία.
Στα 7,24 εκατομμύρια ο πληθυσμός της Ελλάδας το 2100
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται να μειωθεί από περίπου 10,37 εκατομμύρια κατοίκους σε 7,24 εκατομμύρια έως το 2100.
Η μείωση ξεπερνά τα 3,1 εκατομμύρια άτομα και αντιστοιχεί σε απώλεια σχεδόν του 30% του σημερινού πληθυσμού.
Η κύρια αιτία της δημογραφικής συρρίκνωσης είναι η μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στις γεννήσεις και τους θανάτους.
Η Eurostat εκτιμά ότι από το 2025 έως το 2099 θα γεννηθούν στην Ελλάδα περίπου 4,33 εκατομμύρια παιδιά, ενώ οι θάνατοι θα φτάσουν τα 9,36 εκατομμύρια.
Παράλληλα, η θετική καθαρή μετανάστευση εκτιμάται σε περίπου 1,9 εκατομμύρια άτομα έως το τέλος του αιώνα, χωρίς ωστόσο να επαρκεί για να καλύψει το δημογραφικό έλλειμμα.
Η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να επηρεάσουν σημαντικά την ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Οι συνέπειες αφορούν την αγορά εργασίας, τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, τις δαπάνες υγείας και τις συνολικές αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.