Η ελληνική βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών παραμένει ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις πιέσεις που προκαλούν οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων και Ποτών, Ιωάννης Γιώτης, στην ετήσια γενική συνέλευση του Συνδέσμου, ο κλάδος καταγράφει κύκλο εργασιών 26,2 δισ. ευρώ και αποτελεί τον μεγαλύτερο τομέα της ελληνικής μεταποίησης.
Παράλληλα, στη δεκαετία 2015-2024 οι επενδύσεις έφτασαν τα 7,2 δισ. ευρώ, ενώ οι άμεσες θέσεις εργασίας ξεπερνούν τις 160.000. Οι εξαγωγές ελληνικών τροφίμων και ποτών ανέρχονται σε 7,4 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών εξαγωγών της χώρας.
Το ενεργειακό κόστος και οι εξαγωγές
Ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας, Απόστολος Πεταλάς, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, τόνισε ότι η βιομηχανία τροφίμων έχει συμβάλει σημαντικά στην ποιότητα, στην επάρκεια προϊόντων, στην απασχόληση και στις επενδύσεις.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η επίδρασή της στις εξαγωγές θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, εφόσον υπήρχε ισχυρότερη στήριξη από την πολιτεία, κυρίως σε ζητήματα επενδύσεων, ενεργειακού κόστους και διεθνών καναλιών διανομής.
Όπως ανέφερε, το υψηλό ενεργειακό κόστος αυξάνει την τελική επιβάρυνση των ελληνικών προϊόντων, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να χτίσουν αυτόνομα διεθνή δίκτυα εξαγωγών.
Πού οφείλονται οι αυξήσεις στα τρόφιμα
Ο Ιωάννης Γιώτης ζήτησε να μην στοχοποιείται η βιομηχανία τροφίμων για τις ανατιμήσεις, τονίζοντας ότι η ακρίβεια δεν αποτελεί επιλογή του κλάδου.
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ που παρουσιάστηκε στη γενική συνέλευση του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων και Ποτών, η άνοδος των τιμών στα τρόφιμα το πρώτο τετράμηνο του 2026 συνδέεται κυρίως με τα νωπά και μη επεξεργασμένα προϊόντα.
Τον Απρίλιο, ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 4,4%, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να καταγράφονται στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, όπου ο δείκτης έφτασε το 9,2%. Αντίθετα, στα επεξεργασμένα τρόφιμα οι ανατιμήσεις παρέμειναν περιορισμένες στο 0,6%.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις προέρχονται από φρούτα, λαχανικά και αλιεύματα, κατηγορίες που επηρεάζονται από τις καιρικές συνθήκες, την κλιματική αλλαγή, τη διαθεσιμότητα παραγωγής και τις διεθνείς αγορές αγροτικών προϊόντων.
Χαμηλότερες αυξήσεις στα σούπερ μάρκετ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΕΛΚΑ, τον Μάιο του 2026 ο πληθωρισμός στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ διαμορφώθηκε στο 1,14% σε σχέση με τον Μάιο του 2025, ενώ σε σύγκριση με τον Απρίλιο του 2026 ο δείκτης αυξήθηκε κατά 0,29%.
Το κυλιόμενο 12μηνο Μαΐου 2025 – Απριλίου 2026 καταγράφει αύξηση 1,79%. Σύμφωνα με την ανάλυση, περίπου το ήμισυ της πληθωριστικής πίεσης οφείλεται στα νωπά φρούτα και λαχανικά, τα οποία επηρεάστηκαν από κακές καιρικές συνθήκες και εποχικότητα.
Από τις 23 κατηγορίες προϊόντων που εξετάζονται, 10 παρουσιάζουν αύξηση και 13 μείωση. Οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφηκαν στα κατεψυγμένα, στις τροφές και είδη για κατοικίδια, στις ζύμες, στα απορρυπαντικά και στα είδη προσωπικής υγιεινής.
Αντίθετα, οι μεγαλύτερες αυξήσεις σημειώθηκαν στα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, στις βρεφικές και παιδικές τροφές, στα αλλαντικά, στα φρέσκα κρέατα και στα έτοιμα γεύματα.
Οι προκλήσεις για τον κλάδο
Η ελληνική αγορά τροφίμων βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη εικόνα. Από τη μία πλευρά, η βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών διατηρεί ισχυρό παραγωγικό, εξαγωγικό και εργασιακό αποτύπωμα. Από την άλλη, το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι διεθνείς πιέσεις στις πρώτες ύλες και η εποχικότητα των νωπών προϊόντων συνεχίζουν να επηρεάζουν τις τιμές.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι για να ενισχυθεί περαιτέρω ο ρόλος του κλάδου απαιτούνται πιο στοχευμένες πολιτικές στήριξης, καλύτερη πρόσβαση σε διεθνή δίκτυα διανομής και παρεμβάσεις που θα μειώσουν το ενεργειακό βάρος για τις επιχειρήσεις.