Στόχος μια αγορά εργασίας πιο σύγχρονη, πιο δίκαιη και πιο διάφανη
Άρθρο της Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκης Κεραμέως
Το νέο σχέδιο νόμου για την ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας θεσπίζει για πρώτη φορά ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο διαφάνειας στις αμοιβές, τόσο πριν από την πρόσληψη όσο και κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης.
Στόχος μας είναι να διασφαλιστεί στην πράξη ότι η αμοιβή ενός εργαζομένου δεν θα επηρεάζεται από το φύλο του, αλλά αποκλειστικά από την εργασία που προσφέρει και από την αξία του. Με περισσότερη διαφάνεια, σαφείς κανόνες και ουσιαστικά εργαλεία προστασίας, διαμορφώνουμε μια αγορά εργασίας με ίσες ευκαιρίες για όλους.
«Οι εργαζόμενοι αποκτούν δικαίωμα πρόσβασης σε στοιχεία για το επίπεδο αμοιβών, καθώς και για τον μέσο μισθό ανδρών και γυναικών που εργάζονται σε όμοιες ή ισάξιες θέσεις»
Το νομοσχέδιο, ενσωματώνοντας την Οδηγία Ε.Ε. 2023/970, κινείται σε δύο άξονες: διαδικασίες πριν και μετά την πρόσληψη.
Πριν από την πρόσληψη, ο εργοδότης θα υποχρεούται να ενημερώνει τον υποψήφιο εργαζόμενο για την αμοιβή ή το μισθολογικό εύρος της θέσης, καθώς και για τη σχετική συλλογική σύμβαση εργασίας όπου υπάρχει, ενώ δεν θα επιτρέπεται να ζητά πληροφορίες για προηγούμενες αποδοχές. Παράλληλα, η διαδικασία πρόσληψης θα πρέπει να είναι απολύτως ουδέτερη ως προς το φύλο και χωρίς διακρίσεις.
«Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ενίσχυση του ρόλου των συλλογικών συμβάσεων εργασίας»
Μετά την πρόσληψη, οι εργαζόμενοι αποκτούν δικαίωμα πρόσβασης σε στοιχεία για το επίπεδο αμοιβών, καθώς και για τον μέσο μισθό ανδρών και γυναικών που εργάζονται σε όμοιες ή ισάξιες θέσεις, χωρίς φυσικά να παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα. Παράλληλα, θεσπίζεται εσωτερικός έλεγχος μισθολογικού χάσματος στις επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις θα υποχρεούνται να καταγράφουν και να υποβάλλουν στοιχεία για το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών, τόσο σε επίπεδο βασικών αποδοχών όσο και bonus ή άλλων παροχών. Σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται αδικαιολόγητη μισθολογική απόκλιση ίση ή μεγαλύτερη του 5%, θα απαιτούνται διορθωτικές παρεμβάσεις και αναμόρφωση της μισθολογικής πολιτικής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ενίσχυση του ρόλου των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι όταν εφαρμόζεται συλλογική σύμβαση εργασίας, θεωρείται καταρχήν ότι δεν υπάρχουν αδικαιολόγητες μισθολογικές διακρίσεις, ενώ οι συλλογικές συμβάσεις μπορούν να λειτουργούν ως βάση για τη δημιουργία μισθολογικών δομών στις επιχειρήσεις. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται το κίνητρο για περισσότερες συλλογικές συμβάσεις, διατηρώντας παράλληλα πλήρως τα δικαιώματα ελέγχου της Επιθεώρησης Εργασίας.
Το νέο πλαίσιο ενισχύει σημαντικά και τη δικαστική προστασία των εργαζομένων. Όποιος θεωρεί ότι υφίσταται διάκριση θα έχει τη δυνατότητα να ζητά σχετικά στοιχεία, να προσφεύγει στη δικαιοσύνη και να εκπροσωπείται από συνδικαλιστικές οργανώσεις ή φορείς ισότητας. Έτσι, διαμορφώνεται ένα πιο αποτελεσματικό και ουσιαστικό πλέγμα προστασίας απέναντι σε φαινόμενα άνισης μεταχείρισης.
Το νομοσχέδιο αυτό αποτελεί μια ουσιαστική μεταρρύθμιση για μια αγορά εργασίας πιο σύγχρονη, πιο δίκαιη και πιο διαφανή. Μια αγορά εργασίας όπου ο μισθός θα εξαρτάται από τη δουλειά και την αξία του εργαζόμενου και όχι από το φύλο του.