Χριστίνα Κατωπόδη
Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών περιγράφουν ένα πολιτικό παράδοξο. Παρά τη φθορά που καταγράφει η κυβέρνηση σε κρίσιμα μέτωπα, το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε ισχυρή δυναμική υπέρ του. Η συζήτηση γύρω από το κόμμα αφορά συχνότερα τη στρατηγική του, τις πιθανές συμμαχίες και τα όρια της εκλογικής του επιρροής παρά το ενδεχόμενο να αποτελέσει σύντομα εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συγκρότηση μιας σκιώδους κυβέρνησης φιλοδοξούσε να καλύψει ένα κενό. Να δώσει πρόσωπα σε μια πολιτική αφήγηση που μέχρι σήμερα παρέμενε αρκετά αφηρημένη. Να δείξει ποιοι θα αναλάμβαναν την ευθύνη της διακυβέρνησης αν το κόμμα βρισκόταν αύριο στην εξουσία. Ωστόσο, η συζήτηση που ακολούθησε δεν περιστράφηκε κυρίως γύρω από τα πρόσωπα που επιλέχθηκαν αλλά γύρω από εκείνα που δεν εμφανίζονται. Κυρίως γύρω από τις γυναίκες.
Σε ένα σχήμα που σχεδιάστηκε για να συμβολίζει το αύριο του κόμματος, η γυναικεία παρουσία παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη στο 15%, ποσοστό λιγότερο από το ήδη χαμηλό κυβερνητικό 21%. Το στοιχείο αυτό δεν θα είχε ίσως ιδιαίτερη σημασία αν επρόκειτο για μια τυπική κομματική επιτροπή ή για ένα εσωτερικό οργανωτικό όργανο. Όμως οι σκιώδεις κυβερνήσεις έχουν διαφορετικό συμβολισμό καθώς δεν αποτελούν απλώς μια κατανομή αρμοδιοτήτων αλλά μια πολιτική εικόνα. Και οι πολιτικές εικόνες έχουν τη δική τους σημασία, ιδιαίτερα όταν ένα κόμμα βρίσκεται σε διαδικασία επαναπροσδιορισμού του ρόλου και της ταυτότητάς του.
Η χαμηλή εκπροσώπηση των γυναικών δεν είναι ενδιαφέρουσα μόνο ως αριθμός. Είναι ενδιαφέρουσα επειδή έρχεται σε αντίθεση με το πολιτικό αφήγημα που προσπαθεί να διαμορφώσει το ίδιο το ΠΑΣΟΚ για τον εαυτό του. Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν αναλογιστεί κανείς ότι η ανανέωση αποτελεί μία από τις βασικές λέξεις του πολιτικού λεξιλογίου της ηγεσίας του. Εδώ και χρόνια το κόμμα προσπαθεί να πείσει ότι δεν αποτελεί απλώς τον ιστορικό φορέα της μεταπολίτευσης, αλλά μια σύγχρονη κεντροαριστερή δύναμη που μπορεί να εκφράσει κοινωνικά στρώματα, γενιές και αιτήματα που δεν εκπροσωπούνται επαρκώς από το σημερινό πολιτικό σύστημα. Ακριβώς γι’ αυτό η εικόνα της σκιώδους κυβέρνησης προκαλεί προβληματισμό. Γιατί η ανανέωση δεν αποτυπώνεται μόνο στα συνθήματα ούτε στις πολιτικές διακηρύξεις. Αποτυπώνεται και στις επιλογές που γίνονται όταν έρχεται η στιγμή της εκπροσώπησης. Και σε αυτή την περίπτωση η εικόνα που παρουσιάστηκε μοιάζει περισσότερο με συνέχεια παρά με τομή.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η συγκεκριμένη επιλογή αποκαλύπτει κάτι ευρύτερο για το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Παρά τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, η πρόσβαση των γυναικών στους χώρους όπου συμβολικά και ουσιαστικά συγκεντρώνεται η πολιτική ισχύς εξακολουθεί να μην θεωρείται αυτονόητη. Συχνά αντιμετωπίζεται ως στόχος. Σπανιότερα ως δεδομένο. Και ίσως αυτό να είναι το στοιχείο που καθιστά τη σύνθεση της σκιώδους κυβέρνησης πιο ενδιαφέρουσα από όσο φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Διότι οι σκιώδεις κυβερνήσεις έχουν ένα προνόμιο που δεν διαθέτουν οι πραγματικές: δεν περιορίζονται από κυβερνητικούς συμβιβασμούς, κοινοβουλευτικές ισορροπίες ή υποχρεωτικές συναινέσεις. Δεν αποτελούν προϊόν αναγκαστικών συμβιβασμών. Είναι η εικόνα που ένα κόμμα επιλέγει συνειδητά να δείξει για τον εαυτό του.
Με άλλα λόγια, αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την άσκηση της εξουσίας όταν δεν υπάρχουν εξωτερικοί περιορισμοί. Και η εικόνα που επέλεξε να παρουσιάσει το ΠΑΣΟΚ είναι εντυπωσιακά ανδροκρατούμενη.
Με αυτή την έννοια, το ΠΑΣΟΚ δεν απαντά μόνο στο ερώτημα ποιοι θα μπορούσαν να κυβερνήσουν. Απαντά και σε ένα δεύτερο, ίσως πιο ενδιαφέρον ερώτημα. Πώς φαντάζεται το ίδιο το κόμμα την εξουσία όταν δεν το υποχρεώνει κανείς να κάνει διαφορετικές επιλογές;