Ως «σοβαρή στιγμή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια» χαρακτήρισε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ τη λήξη της Συνθήκης New START, προειδοποιώντας ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο χωρίς κανένα δεσμευτικό όριο στα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Όπως υπογράμμισε, πρόκειται για μια εξέλιξη ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς οι δύο αυτές χώρες κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα του παγκόσμιου αποθέματος πυρηνικών όπλων.
Ο επικεφαλής του ΟΗΕ υπενθύμισε ότι ο έλεγχος των πυρηνικών εξοπλισμών, τόσο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου όσο και μετά από αυτόν, συνέβαλε καθοριστικά στην αποτροπή της καταστροφής, οικοδομώντας σταθερότητα και μειώνοντας τον κίνδυνο ολέθριων λανθασμένων υπολογισμών. Τόνισε, μάλιστα, ότι οι σχετικές συμφωνίες διευκόλυναν τη μείωση χιλιάδων πυρηνικών όπλων από τα εθνικά οπλοστάσια και ότι από τις Συνομιλίες Περιορισμού Στρατηγικών Όπλων (SALT) έως τη New START, ο στρατηγικός έλεγχος εξοπλισμών βελτίωσε δραστικά την ασφάλεια όλων των λαών.
Σύμφωνα με τη δήλωσή του, «η διάλυση δεκαετιών επιτευγμάτων δεν θα μπορούσε να έρθει σε χειρότερη στιγμή», καθώς ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικού όπλου είναι σήμερα ο υψηλότερος εδώ και δεκαετίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Γενικός Γραμματέας έκανε λόγο για μια «ευκαιρία επανεκκίνησης» και για την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου καθεστώτος ελέγχου εξοπλισμών, προσαρμοσμένου σε ένα ταχέως εξελισσόμενο διεθνές περιβάλλον, χαιρετίζοντας παράλληλα το γεγονός ότι οι ηγέτες των δύο χωρών αναγνωρίζουν την αποσταθεροποιητική επίδραση μιας νέας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών.
Κλείνοντας, απηύθυνε σαφή έκκληση προς τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον, τονίζοντας ότι «ο κόσμος προσβλέπει πλέον» στις δύο πυρηνικές δυνάμεις να μετατρέψουν τα λόγια σε πράξεις. Όπως επισήμανε, είναι αναγκαίο να επιστρέψουν άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να συμφωνήσουν σε ένα νέο, διάδοχο πλαίσιο που θα αποκαθιστά επαληθεύσιμα όρια, θα μειώνει τους κινδύνους και θα ενισχύει τη συλλογική διεθνή ασφάλεια.