Υποχωρούν οι τιμές του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές μετά τις δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, περί επικείμενης συμφωνίας με το Ιράν, παρά το γεγονός ότι η Τεχεράνη διαψεύδει πως έχει εγκριθεί οποιοδήποτε σχετικό σχέδιο συμφωνίας.
Το αμερικανικό αργό πετρέλαιο (WTI) διαμορφώνεται στα 85,85 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας απώλειες 2,12%, ενώ το Brent υποχωρεί στα 88,36 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας πτώση 2,24%.
Οι δηλώσεις Τραμπ και η διάψευση της Τεχεράνης
Μιλώντας από το Οβάλ Γραφείο, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταλήξει σε ένα πλαίσιο συμφωνίας με το Ιράν και εξέφρασε την εκτίμηση ότι η υπογραφή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσα στις επόμενες ημέρες.
Παράλληλα, ανέφερε ότι τα Στενά του Ορμούζ θα ανοίξουν πλήρως για τη ναυσιπλοΐα μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας, ενώ αποκάλυψε ότι ακύρωσε προγραμματισμένο γύρο αμερικανικών στρατιωτικών πληγμάτων κατά του Ιράν, υποστηρίζοντας πως οι διαπραγματεύσεις έχουν φτάσει στο ανώτατο επίπεδο της ιρανικής ηγεσίας.
Ωστόσο, το ιρανικό πρακτορείο Fars διέψευσε τους ισχυρισμούς αυτούς, τονίζοντας ότι δεν έχει εγκριθεί κανένα προσχέδιο μνημονίου κατανόησης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε νεότερη ανάρτησή του, το πρακτορείο υποστήριξε ότι οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου συνιστούν υπαναχώρηση από προηγούμενες στρατιωτικές απειλές, σημειώνοντας ότι δεν παρουσιάστηκε κάποιο νέο στοιχείο πέρα από προτάσεις που είχαν ήδη κατατεθεί από την ιρανική πλευρά.
Γιατί αντέχουν οι αγορές πετρελαίου
Παρά τις στρατιωτικές συγκρούσεις των τελευταίων ημερών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι διεθνείς αγορές πετρελαίου έχουν δείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Αναλυτές αποδίδουν τη στάση αυτή στις συνεχιζόμενες διπλωματικές επαφές, στις εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές που έχουν αναπτυχθεί γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και στη μειωμένη ζήτηση από την Κίνα.
Η Citi επισημαίνει ότι η σημαντική μείωση των κινεζικών εισαγωγών αργού πετρελαίου έχει περιορίσει τους φόβους για έντονο ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της τράπεζας, η Κίνα μπορεί να διατηρήσει τις εισαγωγές της κοντά στα 8,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως χωρίς ουσιαστική μείωση των αποθεμάτων της, γεγονός που περιορίζει τις πιθανότητες ισχυρής ανόδου των τιμών στο άμεσο μέλλον.