Η μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης στην Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα με ευρύτερα διδάγματα για άλλες χώρες, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με τίτλο “Πώς η φορολογική διοίκηση στήριξε την οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας”.
Το Ταμείο σημειώνει ότι, παρότι ορισμένες πτυχές της ελληνικής εμπειρίας είναι μοναδικές, η συνολική πορεία δείχνει πως η σταθερή προσπάθεια, η καλή διακυβέρνηση, η σωστή αλληλουχία μεταρρυθμίσεων και η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό μπορούν να μετατρέψουν την αντιμετώπιση κρίσεων σε μόνιμη θεσμική ισχύ.
Από την κρίση στη δημοσιονομική αξιοπιστία
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η Ελλάδα υπήρξε στο παρελθόν “παράδειγμα προς αποφυγή” στην Ευρώπη, καθώς είχε αποκλειστεί από τις αγορές, εξαρτιόταν από εξωτερική οικονομική βοήθεια και εμφάνιζε χαμηλή είσπραξη φορολογικών εσόδων.
Σήμερα, όπως αναφέρει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η χώρα συγκαταλέγεται στις πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καταγράφουν πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό τους.
Η αναστροφή αυτή χαρακτηρίζεται από το Ταμείο ως εντυπωσιακή και αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη μεταμόρφωση της φορολογικής διοίκησης, η οποία συνέβαλε στο κλείσιμο των κενών συμμόρφωσης και στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Πρωτογενές πλεόνασμα και μείωση χρέους
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υπενθυμίζει ότι, στην τελευταία ετήσια αξιολόγησή του για την ελληνική οικονομία στο πλαίσιο της διαβούλευσης του Άρθρου IV, η Ελλάδα κρίθηκε σε καλή θέση να αντιμετωπίσει εξωτερικά σοκ, όπως εκείνα που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Η εκτίμηση αυτή βασίζεται, σύμφωνα με το Ταμείο, στην ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα και στη χρηματοοικονομική σταθερότητα της χώρας.
Το πρωτογενές πλεόνασμα αυξήθηκε σχεδόν στο 5% του ΑΕΠ τη διετία 2024-2025, ενώ ο δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά περίπου 65 ποσοστιαίες μονάδες από το υψηλό επίπεδο του 2020. Παράλληλα, οι συνθήκες χρηματοδότησης βελτιώθηκαν, με τα spreads των κρατικών ομολόγων να επιστρέφουν σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Οι τρεις φάσεις της μεταρρύθμισης
Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης στην Ελλάδα εξελίχθηκε σε τρεις αλληλοενισχυόμενες φάσεις.
Η πρώτη φάση ήταν η σταθεροποίηση, την περίοδο 2010-2012. Ακολούθησε η οικοδόμηση θεσμών, από το 2013 έως το 2017, ενώ η τρίτη φάση ήταν ο ψηφιακός μετασχηματισμός, από το 2018 έως το 2025.
Το Ταμείο επισημαίνει ότι η φορολογική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να επιτύχει εάν η φορολογία δεν είναι δίκαιη, αξιόπιστη και διαφανής. Παράλληλα, τονίζει ότι η ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων απαιτεί χρόνο και σταθερή εφαρμογή.
Ο ρόλος της ψηφιοποίησης
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην περίοδο 2018-2025, κατά την οποία επιταχύνθηκε ο ψηφιακός μετασχηματισμός της φορολογικής διοίκησης.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σημειώνει ότι, αν και ψηφιακά εργαλεία είχαν εισαχθεί νωρίτερα, η αποφασιστική ώθηση ήρθε μετά τη σταθερή εγκαθίδρυση των θεσμικών βάσεων. Μετά το 2020, εν μέρει λόγω της πανδημίας, η Ελλάδα υιοθέτησε μια ολοκληρωμένη σειρά ψηφιακών συστημάτων.
Οι αλλαγές αυτές, σύμφωνα με την έκθεση, έκαναν ευκολότερη τη συμμόρφωση για τους φορολογούμενους και έδωσαν στους ελεγκτικούς μηχανισμούς ακριβέστερα εργαλεία για τον εντοπισμό κινδύνων και την πιο στοχευμένη επιβολή.
Αύξηση εσόδων από ΦΠΑ και φόρους
Τα αποτελέσματα της μεταρρύθμισης αποτυπώνονται, σύμφωνα με το Ταμείο, και στα έσοδα. Η συμμόρφωση στον ΦΠΑ βελτιώθηκε σημαντικά, με τα έσοδα από τον συγκεκριμένο φόρο να αυξάνονται κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε διάστημα 15 ετών, από 7,1% το 2010 σε περίπου 9,5% το 2025.
Παράλληλα, το ποσοστό των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ έφτασε το 2025 στο 28%, από 20,5% το 2009.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναγνωρίζει ότι η αύξηση των εσόδων συνδέεται και με ευρύτερες οικονομικές και πολιτικές αλλαγές, ωστόσο τονίζει ότι οι βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση είχαν κεντρικό ρόλο, διευρύνοντας τη φορολογική βάση, ενισχύοντας την επιβολή και αυξάνοντας την εμπιστοσύνη στο σύστημα.
Οι επόμενες προκλήσεις
Το Ταμείο κάνει λόγο για έναν “ενάρετο κύκλο”, στον οποίο η καλύτερη διακυβέρνηση επέτρεψε την ψηφιοποίηση, η ψηφιοποίηση βελτίωσε τη φορολογική συμμόρφωση και τα υψηλότερα, πιο αξιόπιστα έσοδα ενίσχυσαν τη δημοσιονομική αξιοπιστία.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η μεταρρυθμιστική ατζέντα δεν έχει ολοκληρωθεί. Η επόμενη πρόκληση είναι η διατήρηση των κερδών που έχουν επιτευχθεί, μέσα από την ενσωμάτωση των νέων τρόπων εργασίας στις καθημερινές διαδικασίες.
Στις βασικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται η συστηματικότερη χρήση αναλυτικών εργαλείων και τεχνητής νοημοσύνης για τη διαχείριση κινδύνων συμμόρφωσης, η περαιτέρω βελτίωση των υπηρεσιών προς τους φορολογούμενους και η διασφάλιση ότι οι δεξιότητες και το προσωπικό συμβαδίζουν με τις γρήγορες τεχνολογικές αλλαγές.