“Εμβολιασμός: το ισχυρότερο «ανάχωμα» στην πανδημία CoViD-19”, του Γ. Κεχρή

0

Η απουσία αποτελεσματικής θεραπείας, η ανεπάρκεια και ο κορεσμός των συστημάτων υγείας και οι ψυχοκοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της κοινωνικής αποστασιοποίησης, αναγορεύουν τον παγκόσμιο εμβολιασμό στη μεγαλύτερη ελπίδα της ανθρωπότητας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη συνάψει συμβάσεις με συγκεκριμένους φορείς ανάπτυξης εμβολίων, που αξιολογήθηκαν ως ασφαλή και αποτελεσματικά. Αυτά περιλαμβάνουν:

1) τα γενετικά εμβόλια mRNA των Pfizer/BioNTech, Moderna και CureVac που εισάγουν, με τη βοήθεια νανοσωματιδίων λιπιδίων, εντός των κυττάρων αγγελιοφόρο RNA (mRNA), το οποίο μεταφέρει τη γενετική πληροφορία για την παραγωγή της πρωτεΐνης-ακίδας του κορωνοϊού.

2) τα εμβόλια ιϊκού φορέα Oxford/AstraZeneca (AZ), Johnson & Johnson (J&J), που μεταφέρουν την ίδια γενετική πληροφορία με εξασθενημένο ή συγγενή-ακίνδυνο αδενοϊό.

3) τα ανασυνδυασμένα πρωτεϊνικά εμβόλια Sanofi/GSK και Novavax, που περιέχουν τη συγκεκριμένη πρωτεΐνη-ακίδα του κορωνοϊού και όχι το γενετικό της υλικό.

Τα εμβόλια Pfizer, Moderna και Novavax παρουσιάζουν αποτελεσματικότητα πάνω από 90%, ενώ σχετικά μικρότερη τα ΑΖ και J&J. Παρόλες τις διαφορές, όλα τα εμβόλια παρέχουν υψηλή προστασία έναντι σοβαρής νόσου και θανάτου. Τα mRNA εμβόλια εμφανίζουν δυσκολίες αποθήκευσης, αφού διατηρούνται σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες (-70οC και -20°C) και είναι ακριβότερα από τα J&J και AZ που διατηρούνται σε θερμοκρασίες ψυγείου. Χορηγούνται σε δύο δόσεις με μεσοδιάστημα 3 έως 12 εβδομάδων, με εξαίρεση το εμβόλιο της J&J που μπορεί να χορηγηθεί σε μία δόση. Τόσο η διάρκεια της φυσικής ανοσίας, όσο και η διάρκεια της ανοσίας που προκύπτει από τον εμβολιασμό αποτελούν αντικείμενα διερεύνησης, γι’ αυτό δεν έχει θεσπιστεί ακόμη οδηγία για αναμνηστική δόση.

Το μικρό χρονικό διάστημα μελέτης αυτών των εμβολίων δικαιολογείται από την αλματώδη εξέλιξη της βιοτεχνολογίας, την τεράστια χρηματοδότηση στην έρευνα και ανάπτυξή τους, την εκτεταμένη παγκόσμια συνεργασία εταιρειών, ερευνητικών ινστιτούτων και πανεπιστημίων, την ταχύτατη γενετική ανάλυση του ιού, τον τεράστιο αριθμό εθελοντών στις κλινικές μελέτες και τη μαζική εξαγωγή συμπερασμάτων, λόγω της άμεσης έκθεσής τους στον ιό. Παράλληλα, η τεχνολογία mRNA έχει δοκιμαστεί με ασφάλεια σε δοκιμές εμβολίων και για άλλους ιούς, όπως ο Ebola και τονίζεται ότι δεν μπορεί να προκαλέσει νόσο αφού το mRNA δεν είναι ιός αλλά αγγελιοφόρος γενετικής πληροφορίας. Επιπλέον, δεν ενσωματώνεται στο DNA, αφού δεν εισέρχεται στον πυρήνα των κυττάρων και καταστρέφεται μόλις ολοκληρωθεί η μετάφρασή του στην πρωτεΐνη–ακίδα του ιού.

Όπως όλα τα γνωστά εμβόλια, μπορεί να εμφανίσουν τις συνήθεις ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες, π.χ. πόνο και ευαισθησία στο σημείο έγχυσης, αίσθημα κόπωσης, πονοκέφαλο, γενικούς πόνους, χαμηλό πυρετό, ήπια συμπτώματα τύπου γρίπης και σπάνια λεμφαδενοπάθεια. Ο κίνδυνος εκδήλωσης αναφυλακτικής αλλεργικής αντίδρασης είναι εξαιρετικά μικρός. Συνήθως παρατηρείται στα 30 πρώτα λεπτά μετά τον εμβολιασμό και γι’ αυτό επιβάλλεται παρακολούθηση για 15 έως 30 λεπτά. Κανένας θάνατος που να έχει συσχετιστεί με τον εμβολιασμό δεν έχει αναφερθεί έως τώρα. Απόλυτη αντένδειξη αποτελεί η σοβαρή αλλεργική αντίδραση (αναφυλαξία) στην πρώτη δόση και γνωστή υπερευαισθησία σε ενεργό συστατικό του εμβολίου, ενώ προηγούμενη λοίμωξη CoViD-19 δεν συνιστά αντένδειξη εμβολιασμού. Σε περίπτωση ενεργού οξείας νόσου, ο εμβολιασμός αναβάλλεται μέχρι την πλήρη ανάρρωση. Δεν συστήνεται έλεγχος με PCR πριν τον εμβολιασμό.

Ο εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός και πραγματοποιείται δωρεάν. Συνιστάται σε όλους τους ενήλικες. Προς το παρόν εξαιρούνται οι έγκυες και τα παιδιά, επειδή δεν έχουν ολοκληρωθεί σχετικές κλινικές δοκιμές. Λοίμωξη με ή χωρίς νόσηση μετά τον εμβολιασμό μπορεί να συμβεί και οφείλεται είτε σε προϋπάρχουσα λοίμωξη ή σε μειωμένη ανοσοαπόκριση του οργανισμού στο εμβόλιο. Ο εμβολιασμένος σε αυτή την περίπτωση δεν αποκλείεται να μεταδίδει τον ιό. Επομένως, τα νέα εμβόλια δεν υποκαθιστούν τα υπόλοιπα μέτρα δημόσιας υγείας, γι’ αυτό και οι εμβολιασμένοι θα πρέπει να συνεχίσουν τη χρήση μάσκας, την τήρηση κοινωνικής απόστασης και τη σχολαστική υγιεινή των χεριών.

Ενώ, το παράδειγμα του Ισραήλ, με τη σημαντική πτώση του αριθμού των κρουσμάτων, των νοσηλειών και των ασθενών σε κρίσιμη κατάσταση (60% και πλέον του πληθυσμού έχει δεχθεί τουλάχιστον μία δόση) καθιστά τον εμβολιασμό το πλέον αποτελεσματικό μέτρο αντιμετώπισης της πανδημίας. Επιπλέον, παραμένει μια εξαιρετικά ασφαλής πράξη που δεν συνοδεύεται από τις συνέπειες των αναγκαίων μέτρων κοινωνικής απομόνωσης. Ως εκ τούτου, η άρνησή του πέρα από αδικαιολόγητη είναι και αντικοινωνική, αφού τορπιλίζει την εθνική προσπάθεια επίτευξης συλλογικής ανοσίας. Υπό αυτή την έννοια, ο εμβολιασμός δεν είναι μόνο δικαίωμα αλλά και ηθική υποχρέωση όλων μας.

*Ο Γιάννης Κεχρής είναι Χειρουργός – Εντατικολόγος, Μέλος του ΔΣ του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, Περιφερειακός Σύμβουλος Αττικής

Σχολιάστε το άρθρο

Παρακαλούμε, εισάγετε το σχόλιό σας.
Παρακαλούμε, εισάγετε το όνομά σας.