Ελάτε στην παρέα μας

Πολιτισμός

Η Γιάννα Παπαγεωργίου στο Χ-τύπο: “Η δουλειά του ηθοποιού είναι μαγική”

Δημοσιεύθηκε

στις


Μπορεί η υποκριτική να μην βρισκόταν στις προτεραιότητές της από παιδί, αποδείχθηκε περίτρανα όμως ότι βρισκόταν πάντα μέσα της και πλέον εξωτερικεύεται με μαγικό τρόπο σε κάθε ρόλο που ενσαρκώνει.

Η Γιάννα Παπαγεωργίου αποτελεί μία από τις πιο ταλαντούχες ηθοποιούς των τελευταίων χρόνων με αξιοσημειώτες συνεργασίες και δουλειές στην οθόνη, αλλά και στο σανίδι.

Μετά από ένα έντονο και επιτυχημένο καλοκαίρι δίπλα στο Γιάννη Μπέζο και τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη, η φετινή σεζόν βρίσκει την αγαπημένη ηθοποιό να παίζει σε… διπλό ταμπλό σε δύο εντελώς διαφορετικές αλλά εξίσου απολαυστικές τηλεοπτικές σειρές. Η ίδια μας μιλά αποκλειστικά για την εμπειρία της περιοδείας μετά την επέλαση του κορωνοϊού και για το πώς ξεκίνησε να ασχολείται με την υποκριτική, ενώ μας αποκαλύπτει το νέο κεφάλαιο που έχει ανοίξει στη ζωή της σε σχέση με το θέατρο.

 

Να ξεκινήσουμε από το καλοκαίρι όπου συμμετείχατε στις “Θεσμοφοριάζουσες”. Πώς ήταν η εμπειρία των παραστάσεων;

Ήταν τεράστια επιτυχία γιατί γενικά μετά τον Covid και όλα αυτά, δεν είχαμε ουσιαστικά μια κωμωδία να πηγαίνει περιοδεία με τέτοιο σχήμα, οπότε ήταν λογικό. Είχε και ο Γιάννης (Μπέζος) να βγει καιρό και ο Βλαδίμηρος (Κυριακίδης), οπότε ο συνδυασμός ήταν εκρηκτικός! Πήγε πολύ καλά και σε σχέση με τον κόσμο. Παίζαμε κάθε μέρα σε γεμάτα θέατρα, σε κάποιες πόλεις που έχουν μικρά θέατρα και παίζαμε μία μέρα π.χ. Καλαμάτα, Τρίπολη πραγματικά οι άνθρωποι έκαναν αγώνα για να μπουν μέσα, αλλά δεν καταφέραμε να τους ευχαριστήσουμε όλους δυστυχώς. Στην Θεσσαλονίκη μείναμε αρκετές μέρες ακριβώς για αυτό το λόγο, και το “Δάσος” που ένα τεράστιο θέατρο ήταν σχεδόν γεμάτο, κάτι που είχα αρκετά χρόνια να ζήσω. Το έχω ξαναζήσει με τον Γιάννη πολλές φορές. Έχουμε δουλέψει άπειρες φορές, ουσιαστικά φέτος κλείσαμε τα 20 χρόνια συνεργασίας. Η πρώτη φορά που είχαμε δουλέψει μαζί ήταν το 2002 όταν είχαμε γνωριστεί στη Λυσιστράτη, με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και έκτοτε δουλεύουμε και στο θέατρο και στην τηλεόραση. Με τον Βλαδίμηρο πρώτη φορά συνεργαστήκαμε στο θέατρο και ήταν άκρως αποκαλυπτική συνεργασία ομολογουμένως. Ήταν πολύ μεγάλη ευτυχία να δουλεύεις μαζί του. Είναι ένας καταπληκτικός καλλιτέχνης και πάνω στη σκηνή και εκτός, και ήταν πολύ ωραία περιοδεία. Είχα από το 2020 να βγω περιοδεία οπότε ήταν πολύ ευτυχής συγκυρία. Κουραστική, αλλά συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια! Έχω κάνει περιοδεία 75 παραστάσεις χωρίς ρεπό. Αλλά ήταν πολύ ωραία, ο Χορός ήταν εξαιρετικός γιατί στις “Θεσμοφοριάζουσες” ο Χορός είναι ο πρωταγωνιστής, οι γυναίκες είναι οι πρωταγωνίστριες. Ήταν καταπληκτική η σύσταση, όλες οι κοπέλες ήταν μία και μία. Ο Φοίβος Δεληβοριάς έγραψε τη μουσική που ήταν μεγάλη ευτυχία να δουλεύουμε μαζί ξανά. Τις χορογραφίες τις έκανε η Σεσίλ Μικρούτσικου με την οποία είμαστε πολύ φίλες. Οπότε ήταν σα να βρίσκομαι πάλι με παλιούς και καινούργιους ανθρώπους και στη δουλειά μας για μένα αυτό είναι το σημαντικό, το να προσθέτεις και άλλες εμπειρίες από ανθρώπινες συναντήσεις και από καλούς συναδέλφους. Γιατί στο τέλος της ημέρας αυτό μένει.

 

Τη φετινή σεζόν συμμετέχετε στην τηλεοπτική σειρά “Έρωτας Φυγάς”. Πώς προέκυψε η συμμετοχή σας; Θέλετε να μας πείτε δύο λόγια για το ρόλο σας;

Εγώ ουσιαστικά τώρα ζω μία τηλεοπτική “σχιζοφρένεια”, γιατί είμαι σε δύο σειρές ταυτόχρονα. Είμαι στην κωμωδία του Ant1 “Ποιος Παπαδόπουλος;”, όπου κάνω κάτι πολύ ιδιαίτερο και φασαριόζικο τηλεοπτικά, και είμαι και στον “Έρωτα Φυγά” στο OPEN, που κάνω ένα πολύ ωραίο και ιδιαίτερο ρόλο. Κάνω την νταντά της οικογένειας των Δεμερτζήδων, της κεντρικής οικογένειας. Είναι ένας πάρα πολύ ωραίος ρόλος, πολύ ήπιος. Η κοπέλα που ενσαρκώνω λέγεται “Αναστασία Κωλέττη” και είναι μία γυναίκα πολύ τρυφερή, δοσμένη στο επάγγελμά της, με μεγάλη αγάπη σε αυτό που κάνει, με φοβερό νοιάξιμο για την οικογένεια στην οποία μπαίνει – με προσωπικό κόστος βέβαια γιατί δεν έχει δική της οικογένεια, αλλά είναι ένας άνθρωπος πολύ ουσιαστικός με μία ματιά πολύ νεωτερική για την εποχή της, δηλαδή έχει κάποιες απόψεις πολύ πιο προχωρημένες, στα όρια του φεμινισμού χωρίς να το ξέρει βέβαια η ίδια, με πολύ πρωτοποριακή σκέψη για το ρόλο της γυναίκας, για την μητρότητα και το φέρει αυτό στη συναναστροφή της με την κεντρική ηρωίδα Αλεξάνδρα της οποίας το παιδί προσέχει. Έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί είναι κάτι τελείως κόντρα από τα πράγματα που έχω κάνει συνήθως τηλεοπτικά και έχει μου αρέσει ιδιαιτέρως, έχει μία άλλη προσέγγιση. Κάποια στιγμή είχα διπλό γύρισμα και έφυγα από το ένα πήγα στο άλλο και ήταν τόσο εύκολο και τόσο ωραίο και λέω “πραγματικά η δουλειά μας είναι μαγική”.

 

Πώς μπήκε στη ζωή σας η υποκριτική;

Η υποκριτική υπήρχε στη ζωή μου σε λανθάνουσα κατάσταση χωρίς αυτό να το ξέρω ως παιδί, δηλαδή δεν ήμουν το κοριτσάκι που έλεγε “θέλω να γίνω η Αλίκη Βουγιουκλάκη”, ούτε καθόμουν στον καθρέφτη της μαμάς μου και έφτιαχνα τα μαλλιά μου. Το αντίθετο θα έλεγα, αλλά ανέκαθεν μου άρεσε πολύ η λογοτεχνία. Από παιδί δηλαδή θυμάμαι μου άρεσε να κατεβάζω ράφια με βιβλία. Εμείς είμαστε μίας άλλης γενιάς, την ιδιωτική τηλεόραση την μάθαμε από το ‘89 και μετά οπότε υπήρχε μία διαφορετική μετάβαση στα μέσα. Συνέδεα την λογοτεχνία με τη φαντασία και τη δραματοποίηση. Ανέκαθεν μου άρεσε να διαβάζω κείμενα φωναχτά στο σχολείο ή να θέλω να δραματοποιήσω αυτό που διάβαζα και στο μυαλό γινόταν αυτό. Αργότερα στο Γυμνάσιο πήγα σε μία ερασιτεχνική ομάδα, αλλά τότε δεν το είχα αυτό σε πρώτη προτεραιότητα στο μυαλό μου. Εγώ ανήκω και στην γενιά με τα μηχανογραφικά, τις Πανελλήνιες, οπότε είχα στο μυαλό μου άλλα πράγματα για πανεπιστημιακή καριέρα. Πέρασα στο ΕΚΠΑ στα Παιδαγωγικά, και εν μία νυκτί πραγματικά “ξύπνησα”. Όχι ότι δεν είχα επαφή με θεατρικά έργα με τα κείμενα γενικά είχα μία ανάγκη εσωτερική που δεν ήξερα πως να την εκδηλώσω. Και λέω “Γιατί όχι; Θα δώσω σε δραματική σχολή”. Δεν έκανα κάποια προετοιμασία όπως κάνουν συνήθως τώρα τα παιδιά όπου κάθονται ένα χρόνο και προετοιμάζονται. Πήρα τρία κείμενα που μου άρεσαν, έκανα μόνη μου τις αιτήσεις στο Εθνικό και στη Βεάκη και έδωσα εξετάσεις. Πέρασα στο Εθνικό στον πρώτο γύρο, αλλά επειδή ήμουν πολύ ανυπόμονη και δεν ήθελα να περιμένω, και αφού πέρασα και στη Βεάκη πήγα εκεί. Ευτυχώς είχα τη στήριξη της οικογένειας μου με την έννοια ότι δεν χρειαζόταν να δουλέψω για να είμαι στη σχολή, οπότε ήμουν προνομιούχα σε σχέση με αυτό. Ξεκίνησα τις σπουδές μου πολύ νωρίς, δηλαδή στα 19 μου ήμουν ήδη στο πρώτο έτος και στο δεύτερο έτος, το 1998, έκανα και την πρώτη μου επαγγελματική δουλειά με τον Αλέξανδρο Μυλωνά σκηνοθέτη, που τον είχαμε καθηγητή τότε. Οπότε στη ζωή μου αυτό το πράγμα υπήρχε, “κοιμόταν”, αλλά υπήρχε πάντα, και βρήκα το δρόμο μόνη μου για να το φέρω πραγματικά στη ζωή μου. Δεν είχα κάποιο ερέθισμα ή δεν ήρθε κάποιος και μου είπε “γιατί όχι”, το βρήκα μόνη μου ουσιαστικά.

 

 

 

Θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφος. Με ποια σειρά προτίμησης θα τα τοποθετούσατε;

Τα κατατάσσω ανάλογα με τη σειρά που έρχονται. Δηλαδή κάποιες φορές παράλληλα, κάποιες φορές το ένα ή το άλλο είναι πρώτο, είναι ανάλογα με το τι έχω να κάνω την εκάστοτε στιγμή, γιατί αξιακά δε νομίζω ότι διαφοροποιούνται μέσα μου με την έννοια ότι όταν κάνω τηλεόραση, θέλω να κάνω και θέατρο, και θέλω να κάνω και σινεμά. Δεν θα απέρριπτα το ένα για το άλλο, παρά μόνο για πρακτικούς λόγους, για χρόνο ή για το αν πραγματικά αξίζει μία πρόταση. Αλλά στη δική μου τη συνείδηση δεν κατατάσσω τον εαυτό μου πουθενά. Είμαι ένας ηθοποιός ο οποίος μπορεί να λειτουργήσει οπουδήποτε. Οπότε εξίσου μου αρέσει η τηλεόραση, η διαδικασία της τηλεόρασης, εξίσου μου αρέσει το σινεμά, και εξίσου μου αρέσει και η “μητέρα των τεχνών”, το θέατρο. Άλλωστε η πορεία μου αυτά τα 20 περίπου χρόνια είναι περίοδος “βαφτισμένη” θεατρική. Έχω κάνει πάρα πολύ θέατρο, αρκετή τηλεόραση, αλλά λιγότερο σινεμά. Θα ήθελα να κάνω πολύ περισσότερο σινεμά. Οπότε δεν θα τα κατέτασσα με σειρά προτεραιότητας. Δεν θα έλεγα ότι θυσιάζω το θέατρο για την τηλεόραση ή “τι κρίμα που κάνω τηλεόραση και δεν κάνω θέατρο”. Είναι τελείως διαφορετικά πράγματα και είναι διαφορετικές οι προσεγγίσεις και έχει τεράστια σημασία το να διαχωρίζεις και να αποκτήσεις την τεχνική για να μπορέσεις να σταθείς σε όλες αυτές τις τέχνες.

 

Υπάρχει κάποιος ρόλος ή κάποιο έργο που έχετε ονειρευτεί αλλά μέχρι στιγμής δεν είχατε την ευκαιρία να παίξετε;

Όλοι αυτοί που δεν έχω παίξει! Όλοι οι ρόλοι που θα έρθουν. Μία δουλειά που την ονειρευόμουν από τη σχολή την έκανα το 2005 και ήταν από τις πιο σημαντικές μου δουλειές, είναι η Oleanna του Ντέιβιντ Μάμετ. Την έκανα υπό συνθήκες καταπληκτικές με τον Αλέξανδρο Μυλωνά. Αυτό τον ρόλο τον είχα ονειρευτεί και όταν μου έγινε η πρόταση λέω “να που το όνειρό μου έγινε πραγματικότητα” και ήταν μία πολύ ευτυχής συγκυρία.

 

Έχετε σκεφτεί ποτέ να σκηνοθετήσει κάτι δικό σας;

Ναι, γιατί όχι; Κυρίως έχει να κάνει με την εμπειρία και το πέρασμα του χρόνου. Ούτως ή άλλως και εμείς οι ηθοποιοί είμαστε και σκηνοθέτες ουσιαστικά. Δεν μου είχε προταθεί ως μια πιο οργανωμένη διαδικασία του να στήσω μία δουλειά. Θα μπορούσα κάλλιστα να το κάνω, αλλά έχει να κάνει με την εμπειρία. Τώρα που έχω πολύ περισσότερη εμπειρία ξέρω να εντοπίζω το λάθος, βλέπω το πράγμα πιο συνολικά, έχω δική μου άποψη και μία δική μου λογική σε σχέση με το πώς μπορεί να λειτουργήσει μία παράσταση σίγουρα θα μου ήταν πολύ πιο βατό.

 

Έχετε αλλά σχέδια που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;

Αυτό που θέλω να μοιραστώ δεν είναι κάτι ανακοινώσιμο ακόμα αλλά είναι κάτι καινούργιο με το οποίο ασχολούμαι τον τελευταίο καιρό, και είναι η μετάφραση θεατρικού έργου, το οποίο είναι άκρως αποκαλυπτικό για εμένα. Μου έδειξε ένα άλλο πεδίο στο οποίο επίσης ήμουν πολύ κοντά, απλά το κάνω πιο οργανωμένα. Έτυχε ένα πολύ ωραίο έργο το οποίο μου προτάθηκε και είμαι τώρα στη διαδικασία αυτή, οπότε αυτό νομίζω είναι ένα πολύ ωραίο κομμάτι το οποίο ανοίγεται καινούργιο στη θεατρική ζωή και στη ζωή του ηθοποιού.

 

 

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ