Η στεγαστική πολιτική στην Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς οι πολίτες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες προκλήσεις σχετικά με την πρόσβαση σε προσιτή στέγη. Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα είναι η διπλή φορολογία που επιβάλλεται στα ενοίκια, γεγονός που ενισχύει τη δυσκολία των νοικοκυριών να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία από την Eurostat και την Τράπεζα της Ελλάδας, περίπου 7 στους 10 νέους ηλικίας 18-34 ετών διαμένουν στο πατρικό τους, αδυνατώντας να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία. Αυτή η κατάσταση συνδέεται άμεσα με την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών και την εκρηκτική αύξηση των ενοικίων, που έχει επηρεάσει σοβαρά την κοινωνική συνοχή.
Η φορολογική πολιτική που ακολουθείται στη χώρα έχει σημαντικές επιπτώσεις στη δυνατότητα των νοικοκυριών να αποκτήσουν στέγη. Οι ενοικιαστές καλούνται να πληρώσουν φόρους τόσο για το εισόδημα από ενοίκια όσο και για τον ΕΝΦΙΑ, γεγονός που καθιστά την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη. Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί περιλαμβάνουν την αναγνώριση των ενοικίων ως έξοδα, προκειμένου να μειωθεί η φορολογική επιβάρυνση.
Στο πλαίσιο αυτό, οι προτάσεις για μια δικαιότερη φορολογική πολιτική στη στέγαση περιλαμβάνουν την επανεξέταση των φορολογικών συντελεστών και τη δυνατότητα επιδότησης ενοικίων για ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Οι ειδικοί προτείνουν επίσης τη δημιουργία κινήτρων για την κατασκευή νέων κατοικιών, ώστε να καλυφθεί η αυξανόμενη ζήτηση.
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα, αλλά και κοινωνικό, με σοβαρές συνέπειες για τη συνοχή της κοινωνίας. Η ανάγκη για μια συνολική πολιτική που θα ενσωματώνει φορολογικές ελαφρύνσεις και κίνητρα για την κατασκευή νέων κατοικιών είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Η πολιτεία καλείται να αναλάβει δράση για να διευκολύνει την πρόσβαση των πολιτών στη στέγαση και να αποκαταστήσει την κοινωνική δικαιοσύνη.