Ένα βράδυ του 1915, ο διαβόητος μοναχός και μυστικιστής Γκριγκόρι Ρασπούτιν εισέβαλε ορμητικά σε νοσοκομείο της Αγίας Πετρούπολης, το οποίο είχε ιδρύσει η πιστή του προστάτιδα, Αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα της Ρωσίας.
Ο περιβόητος τσαρλατάνος ανακοίνωσε ότι είχε έρθει για να επιτελέσει ένα θαύμα και άρχισε να προσεύχεται επιδεικτικά πάνω από έναν βαριά άρρωστο ασθενή. Δεν είχε υπολογίσει, όμως, την ψηλή γυναίκα που στεκόταν ήσυχα στη γωνία του θαλάμου.
Η Δρ. Βέρα Γκεντρόιτς (Vera Gedroits) ήταν η μοναδική γυναίκα χειρουργός στη Ρωσία εκείνη την εποχή. Μια επιβλητική προσωπικότητα που είχε σώσει αμέτρητες ζωές στρατιωτών στα πεδία των μαχών. Επιστρατεύοντας τις ιατρικές γνώσεις που είχε καλλιεργήσει για δεκαετίες, η Γκεντρόιτς –η οποία έτυχε να είναι και πριγκίπισσα– αγνόησε τις κραυγές του Ρασπούτιν. Με απόλυτη ψυχραιμία, τον έπιασε από το μπράτσο, τον οδήγησε μέχρι την πόρτα και τον πέταξε έξω στο σκοτεινό κλιμακοστάσιο.
Στη νέα, καθηλωτική βιογραφία της με τίτλο «I, Vera», η συγγραφέας Μιράντα Σέιμουρ (Miranda Seymour) ξετυλίγει την απίστευτη ιστορία της πρώτης γυναίκας καθηγήτριας χειρουργικής στη Ρωσία και εθνικής ηρωίδας της Ουκρανίας.
Από ένα τραυματικό παρελθόν στην κορυφή της Ιατρικής
Θεωρητικά, η καταγωγή της Βέρα ήταν αριστοκρατική, καθώς ο πατέρας της, πρίγκιπας Ιγνάτιος Γκεντρόιτς, ήταν Λιθουανός ευγενής. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν ένας αυταρχικός άνθρωπος, ενώ η μητέρα της ήταν αλκοολική με αυτοκτονικές τάσεις.
Το στήριγμά της ήταν η γιαγιά της, η οποία διατηρούσε το σχολείο του χωριού και ήταν η πρώτη που πίστεψε στο τρομερά ευφυές κορίτσι, το οποίο από μικρή ηλικία επέμενε να κουρεύεται κοντά και να φοράει αγορίστικα ρούχα.
Στο χωριό τους, η θνησιμότητα ήταν δραματική: ο τύφος, η φυματίωση και η διφθερίτιδα θέριζαν τους φτωχούς κατοίκους. Όταν η Βέρα έχασε τον αγαπημένο της μικρό αδελφό, Σεργκέι, από τύφο, ορκίστηκε να γίνει γιατρός και να αφιερώσει τη ζωή της στους απόρους.
Αφού ενεπλάκη για ένα διάστημα στο επαναστατικό φοιτητικό κίνημα της Αγίας Πετρούπολης, κατέφυγε στη Λωζάνη της Ελβετίας για να σπουδάσει δίπλα στον Σέζαρ Ρου (Cesar Roux), έναν από τους κορυφαίους χειρουργούς της εποχής. Η αυτοπεποίθησή της ήταν τέτοια που ταξίδεψε στην Ελβετία χωρίς καν να έχει εξασφαλίσει προηγουμένως μια θέση στο πανεπιστήμιο.
Ο Ρου αναγνώρισε αμέσως το ταλέντο της και την έχρισε βοηθό του, προωθώντας την μπροστά από δεκάδες άνδρες συναδέλφους της. Η ζήλεια δεν άργησε να εκδηλωθεί: κατά τη διάρκεια ενός εργαστηρίου χημείας, δύο συμφοιτητές της έριξαν «κατά λάθος» οξύ στη φούστα της. Η ίδια δεν πτοήθηκε. «Μετά τους φοιτητές στην Πετρούπολη, έχω συνηθίσει», έγραψε χαρακτηριστικά.
Μια πρωτοπόρος στα πεδία των μαχών και στα ανάκτορα
Όταν επέστρεψε στη Ρωσία, ο Ρου της έκανε δώρο μια σειρά από ελβετικά χειρουργικά εργαλεία ακριβείας, εργαλεία που θα αποδεικνύονταν πολύτιμα για τη νέα της δουλειά στο εργοστάσιο τσιμέντου Μάλτσοβ. Εκεί, η Βέρα έκανε θαύματα, συρράπτοντας διαλυμένα μέλη και ακρωτηριάζοντας όσα δεν μπορούσαν να σωθούν. Υπήρξε από τους πρώτους Ρώσους γιατρούς που επέμεναν στην απόλυτη αποστείρωση του χειρουργείου. Τα αποτελέσματα μιλούσαν μόνα τους: μέχρι το 1902 είχε πραγματοποιήσει 200 χειρουργικές επεμβάσεις χωρίς ούτε μία απώλεια.
Αν και δια βίου ριζοσπάστρια, το 1909 έλαβε μια απρόσμενη πρόσκληση από την Τσαρίνα Αλεξάνδρα για να αναλάβει την προσωπική φροντίδα των τεσσάρων θυγατέρων της. Η προηγούμενη εμπειρία της Βέρα, που περιλάμβανε χειρουργικές επεμβάσεις στην πρώτη γραμμή του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου, δεν ταίριαζε με το προφίλ μιας αυλικής. Ωστόσο, η Αλεξάνδρα επέμενε να εκπαιδευτούν η ίδια και οι νεαρές Μεγάλες Δούκισσες ως νοσοκόμες, ενόψει του επερχόμενου Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Το πρωτόκολλο επέβαλε στη Βέρα να διορθώνει τις βασιλικές μαθήτριές της μόνο κατ’ ιδίαν. Μάλιστα, στις επίσημες φωτογραφίες, η σωματώδης γιατρός έπρεπε να κάθεται, ώστε να μην φαίνεται πιο ψηλή από τις γυναίκες της οικογένειας Ρομάνοφ.
Με την έναρξη του πολέμου το 1915, η Γκεντρόιτς εξέλιξε την τεχνική της στα τραύματα της κοιλιακής χώρας και πρωτοπόρησε στην αναπλαστική χειρουργική προσώπου. Στρατιώτες που έφταναν με διαλυμένες σιαγόνες έφευγαν από το νοσοκομείο έχοντας τη δυνατότητα να μιλήσουν ξανά. Παράλληλα, η Βέρα είχε υιοθετήσει πλήρως το δικό της στυλ: φορούσε αποκλειστικά ανδρικά κοστούμια, χρησιμοποιούσε ανδρικές αντωνυμίες για τον εαυτό της και κάπνιζε μανιωδώς στριφτά τσιγάρα.
Η επιβίωση στο σοβιετικό καθεστώς και το τέλος
Παρά τις αντιμοναρχικές της πεποιθήσεις, η Βέρα ξέσπασε σε κλάματα τον Μάρτιο του 1917, όταν έμαθε ότι η βασιλική οικογένεια τέθηκε υπό κατ’ οίκον περιορισμό πριν από την εκτέλεσσή τους. Όταν μάλιστα έλαβε κρυφά πασχαλινές ευχές από την τσαρίνα, απέφυγε σοφά να απαντήσει. Γνώριζε ότι οποιαδήποτε υπόνοια συνεργασίας με το παλιό καθεστώς θα σήμαινε το τέλος της ζωής της υπό τους Μπολσεβίκους. Το 15ύγουστο του 1917, διορίστηκε στο εκτελεστικό συμβούλιο του Υγειονομικού Συνεδρίου για την αναδιοργάνωση της ρωσικής υγείας.
Με την άνοδο του Στάλιν στην εξουσία, η θέση της έγινε επισφαλής. Μετακόμισε στην Ουκρανία μαζί με τη σύντροφο της ζωής της, την κόμισσα Μαρία Νίροντ. Το 1929, ζώντας πλέον ανοιχτά ως παντρεμένο ζευγάρι, οι δύο γυναίκες συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν για αρκετούς μήνες.
Αφέθηκαν ελεύθερες μόνο χάρη στην παρέμβαση ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου, του οποίου τη ζωή είχε σώσει κάποτε η Βέρα. Μέσα σε λίγους μήνες, η Γκεντρόιτς εργαζόταν και πάλι ως καθηγήτρια χειρουργικής σε νοσοκομεία του Κιέβου.
Έφυγε από τη ζωή το 1932 χτυπημένη από τον καρκίνο. Το 2023, το Κίεβο ονόμασε έναν δρόμο προς τιμήν της, αναγνωρίζοντας την τεράστια ανθρωπιστική της προσφορά στην Ουκρανία.
Η Μιράντα Σέιμουρ έφερε στο φως την ιστορία μιας αληθινής ηρωίδας, μιας γυναίκας που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τα πολιτικά κατεστημένα της εποχής της, θέτοντας επανειλημμένα τη ζωή της σε κίνδυνο για χάρη της επιστήμης και του ανθρώπου.