Η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή ενεργοποιεί εκ νέου αντανακλαστικά ανησυχίας στην ελληνική αγορά, κυρίως για την πορεία των τιμών στην ενέργεια και στα βασικά αγαθά. Ωστόσο, σε σχέση με προηγούμενες περιόδους αναταράξεων, η ελληνική οικονομία εμφανίζεται πιο προετοιμασμένη, ενώ η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε παρεμβάσεις με στόχο να συγκρατήσει τις πιέσεις και να περιορίσει την επιβάρυνση για τα νοικοκυριά.
Κεντρικός άξονας αυτής της στρατηγικής είναι η επιβολή πλαφόν σε κρίσιμους τομείς, όπως τα καύσιμα και βασικές κατηγορίες τροφίμων, ώστε να αποφευχθεί η άμεση μεταφορά πιθανών διεθνών αυξήσεων στο ράφι και στην καθημερινότητα των καταναλωτών. Με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η κυβέρνηση ενεργοποίησε έκτακτα μέτρα για την αγορά καυσίμων και βασικών αγαθών, επιχειρώντας να αποτρέψει φαινόμενα αισχροκέρδειας σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος έχει επισημάνει ότι η διεθνής αστάθεια ασκεί πίεση στην οικονομία και στην εφοδιαστική αλυσίδα, ενισχύοντας τις πληθωριστικές τάσεις, ιδιαίτερα στα βασικά είδη. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, το υπουργείο έχει ήδη εντείνει τους ελέγχους στην αγορά, με περίπου 1.500 ελέγχους να έχουν πραγματοποιηθεί σε πρατήρια καυσίμων.
Παράλληλα, το νέο πλαίσιο προβλέπει πλαφόν στα περιθώρια κέρδους για βασικά είδη διαβίωσης και τρόφιμα. Με βάση το μέτρο, κανένα προϊόν δεν θα μπορεί να πωλείται με μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους από εκείνο που ίσχυε το 2025. Η ρύθμιση θα παραμείνει σε ισχύ έως τις 30 Ιουνίου, οπότε και θα επανεξεταστεί για το αν και σε ποια προϊόντα θα συνεχιστεί.
Τα πρόστιμα για παραβάσεις φτάνουν έως και τα 5 εκατ. ευρώ, ενώ το μέτρο καλύπτει το χονδρεμπόριο, τα σούπερ μάρκετ, τη βιομηχανία και τις εταιρείες διακίνησης προϊόντων. Η κυβερνητική γραμμή είναι ότι το κέρδος είναι θεμιτό, όχι όμως και η αισχροκέρδεια, ειδικά σε περιόδους που η κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα κύματα ανατιμήσεων.
Σούπερ μάρκετ, πληθωρισμός και ο φόβος για νέα πίεση στα τρόφιμα
Απέναντι στα νέα μέτρα, η Ένωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας θέλησε να στείλει μήνυμα σταθερότητας, τονίζοντας ότι τα μέλη της βρίσκονται διαχρονικά στο πλευρό των ελληνικών νοικοκυριών, ιδιαίτερα σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας. Στην ανακοίνωσή της υποστηρίζει ότι τα σούπερ μάρκετ λειτουργούν με διαφάνεια, υπευθυνότητα και σεβασμό απέναντι στους καταναλωτές, ανεξάρτητα από την επιβολή οριζόντιων μέτρων από την Πολιτεία.
Η ΕΣΕ επικαλείται στοιχεία του ΙΕΛΚΑ, σύμφωνα με τα οποία ο μέσος πληθωρισμός στα σούπερ μάρκετ διαμορφώθηκε στο 1,29% το 2025, ακόμη και μετά την κατάργηση του πλαφόν στο περιθώριο μεικτού κέρδους τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς. Κατά την Ένωση, αυτό δείχνει ότι ο ανταγωνισμός και η ομαλή λειτουργία της αγοράς μπορούν να συγκρατούν τις τιμές σε χαμηλά επίπεδα.
Παρά τις διαβεβαιώσεις, οι ανησυχίες παραμένουν έντονες. Όπως εξηγεί ο Γεώργιος Μπάλτας, καθηγητής του Τμήματος Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, η Ελλάδα μπορεί να μην εισάγει καύσιμα από το Ιράν, ωστόσο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τιμολογούνται σε διεθνείς αγορές. Επομένως, όταν διαταράσσεται ένα στρατηγικό σημείο του παγκόσμιου εφοδιασμού, οι συνέπειες μεταφέρονται αναπόφευκτα και στην ελληνική αγορά.
Η πρώτη και πιο άμεση επίπτωση, όπως τονίζει, είναι οι ανατιμήσεις στα καύσιμα. Η άνοδος στις τιμές του πετρελαίου είναι μέχρι στιγμής συγκρίσιμη με προηγούμενες κρίσεις στη Μέση Ανατολή, όμως η επίπτωση στο φυσικό αέριο είναι εντονότερη. Αυτό επηρεάζει άμεσα τόσο την ηλεκτροπαραγωγή όσο και τη θέρμανση, δεδομένου ότι το φυσικό αέριο διατηρεί σημαντικό ρόλο στο ενεργειακό μείγμα.
Στα τρόφιμα, οι συνέπειες έρχονται πιο αργά, αλλά ενδέχεται να αποδειχθούν πιο επίμονες. Ο κ. Μπάλτας περιγράφει τρεις βασικούς διαύλους μετάδοσης της κρίσης στην αγορά τροφίμων: το αυξημένο μεταφορικό κόστος, το υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε όλη την αλυσίδα παραγωγής και διακίνησης, αλλά και το ακριβότερο κόστος λιπασμάτων και λοιπών αγροτικών εισροών. Και οι τρεις αυτοί παράγοντες μπορούν να συμπιέσουν την παραγωγή, να ανεβάσουν το κόστος λειτουργίας και τελικά να οδηγήσουν σε αλυσιδωτές αυξήσεις τιμών.
Ο ψυχολογικός παράγοντας και το νέο πρόσωπο του καταναλωτή
Πέρα από τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα, καθοριστικό ρόλο παίζει και η ψυχολογία της αγοράς. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, μια παρατεταμένη και διευρυμένη σύρραξη μπορεί να αλλάξει τη συμπεριφορά τόσο των καταναλωτών όσο και των επιχειρήσεων. Ο φόβος για ελλείψεις ή για μεγάλες επερχόμενες ανατιμήσεις μπορεί να οδηγήσει σε προληπτικές αγορές, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερη πίεση στην αγορά.
Ταυτόχρονα, η διάχυτη αβεβαιότητα ενισχύει μια πιο αμυντική καταναλωτική συμπεριφορά, με τα νοικοκυριά να προσπαθούν να διαφυλάξουν τους πόρους τους, να περιορίσουν τις δαπάνες και να επανακτήσουν αίσθηση ελέγχου. Στον ίδιο βαθμό, οι επιχειρήσεις μπορεί να αναστείλουν επενδύσεις ή άλλες κινήσεις λόγω υπερβολικής επιφυλακτικότητας, διευρύνοντας έτσι το οικονομικό αποτύπωμα της κρίσης.
Η κρίση βρίσκει άλλωστε τον Έλληνα καταναλωτή ήδη επιβαρυμένο από τις μεγάλες ανατιμήσεις της περιόδου 2021-2025. Το διαθέσιμο εισόδημα έχει πιεστεί σημαντικά και αυτό έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στις αγοραστικές συνήθειες. Οι καταναλωτές συγκρίνουν πλέον συστηματικά τιμές, στρέφονται όλο και συχνότερα σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αναζητούν προσφορές πριν από κάθε αγορά και περιορίζουν τις δαπάνες σε μη βασικά αγαθά.
Στον τομέα των τροφίμων, τα νοικοκυριά οργανώνουν περισσότερο τα ψώνια τους, αποφεύγουν τις σπατάλες και δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στη σχέση τιμής και ποσότητας. Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ καταγράφουν αυξημένη ζήτηση για οικονομικότερες επιλογές, κάτι που αποτυπώνει τη στροφή σε πιο συντηρητικά πρότυπα κατανάλωσης.
Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνει και έρευνα της Circana, σύμφωνα με την οποία μόλις ένας στους πέντε καταναλωτές αισθάνεται οικονομικά ασφαλής, ενώ περίπου το 25% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει τις μηνιαίες υποχρεώσεις του. Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται πλέον καθαρά και στις αγοραστικές αποφάσεις: οι περισσότεροι αγοράζουν κυρίως όταν υπάρχουν προσφορές, στρέφονται περισσότερο σε private label, περιορίζουν τα μη αναγκαία είδη και επιλέγουν συχνότερα τη φθηνότερη μάρκα.
Παράλληλα, έχει αλλάξει αισθητά και η κατανάλωση εκτός σπιτιού. Η μεγάλη πλειονότητα δηλώνει ότι έχει περιορίσει δαπάνες για φαγητό, διασκέδαση, ρούχα και αξεσουάρ, ενώ η έξοδος παραμένει μεν επιθυμητή, αλλά πλέον γίνεται πιο μετρημένα και πιο επιλεκτικά.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στη λιανική αγορά είναι σαφής: η σχέση ποιότητας-τιμής, οι προωθητικές ενέργειες και οι οικονομικές επιλογές αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Σε αυτό το περιβάλλον, οι επιχειρήσεις που μπορούν να προσαρμοστούν στη λογική του value for money φαίνεται πως θα έχουν σημαντικό πλεονέκτημα, την ώρα που η πορεία της κρίσης στη Μέση Ανατολή θα κρίνει τελικά το βάθος και τη διάρκεια των επιπτώσεων στην ελληνική καθημερινότητα.