Στο στόχαστρο των φορολογικών αρχών βρέθηκε επαγγελματίας, έπειτα από έλεγχο στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, ο οποίος αποκάλυψε εισοδήματα που δεν είχαν δηλωθεί. Ως αποτέλεσμα, η ΑΑΔΕ της καταλόγισε φόρους, πρόστιμα και εισφορές ύψους σχεδόν 400.000 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 58% της αδικαιολόγητης προσαύξησης της περιουσίας της.
Η περίπτωση αυτή εντάσσεται στο νέο πλαίσιο Αυτοματοποιημένων Ελέγχων Προσαύξησης Περιουσίαςπου εφαρμόζει η ΑΑΔΕ, μέσω διασταύρωσης των τραπεζικών κινήσεων με τα δηλωθέντα εισοδήματα. Οι αρχές εντείνουν τους ελέγχους, ιδιαίτερα σε ελεύθερους επαγγελματίες που εμφανίζουν χαμηλές φορολογικές δηλώσεις σε σχέση με τις τραπεζικές τους καταθέσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, για τα έτη 2018 και 2019, οι πρωτογενείς καταθέσεις της επαγγελματία υπερέβαιναν κατά πολύ τα ποσά που δήλωσε στην εφορία. Συγκεκριμένα:
-
Το 2018, δηλώθηκαν εισοδήματα 1.012.269 ευρώ, ενώ στους λογαριασμούς της καταγράφηκαν καταθέσεις 1.173.237 ευρώ – διαφορά 160.968 ευρώ.
-
Το 2019, δηλώθηκαν 576.548 ευρώ, ενώ οι καταθέσεις ανήλθαν σε 1.103.908 ευρώ – διαφορά 527.360 ευρώ.
Συνολικά, εντοπίστηκε προσαύξηση περιουσίας ύψους 688.329 ευρώ, η οποία θεωρήθηκε από την εφορία ως εισόδημα από άγνωστη ή μη τεκμηριωμένη πηγή.
Καθώς η φορολογούμενη δεν κατάφερε να αποδείξει την προέλευση των χρημάτων, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) απέρριψε την προσφυγή της και επικύρωσε τους επιβληθέντες φόρους και πρόστιμα.
Πώς υπολογίζεται το πρόστιμο;
Το ποσό των 396.398 ευρώ προέκυψε ως εξής:
-
33% φόρος στο μη δικαιολογημένο ποσό.
-
Πρόστιμο 50% λόγω ανακριβούς δήλωσης.
-
Ειδική εισφορά αλληλεγγύης, για έτη από 2012 έως 2023.
-
Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής 0,73% μηνιαίως.
-
Αν πρόκειται για υπόχρεο ΦΠΑ, επιβάλλεται επιπλέον ΦΠΑ επί της διαφοράς.
Οι ελεγκτικές αρχές επισημαίνουν ότι οι προσαυξήσεις περιουσίας χωρίς αιτιολόγηση φορολογούνται ως εισόδημα, ενώ το σύστημα ελέγχου θα επεκταθεί περαιτέρω στο πλαίσιο αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής