Μεγάλες διαφορές στα ποσά των μηνιαίων δόσεων για χιλιάδες δανειολήπτες φέρνει η απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των δόσεων «κόκκινων δανείων» που είχαν υπαχθεί στις προβλέψεις του νόμου Κατσέλη. Κομβικό ζήτημα παραμένει, μέχρι να καθαρογραφεί η απόφαση, αν αυτή θα έχει αναδρομική ισχύ. Σε περίπτωση που υπάρξει τέτοιο «παράθυρο», τότε τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων θα κληθούν να επιστρέψουν χρήματα στους δανειολήπτες, μέσω συμψηφισμών ή άλλων μηχανισμών.
Η απόφαση δεν αφορά μόνο όσους βρίσκονται ακόμη σε καθεστώς ρύθμισης μέσω του νόμου Κατσέλη, αλλά ενδέχεται να προκαλέσει ευρύτερες αλλαγές, ακόμη και για περιπτώσεις που έχουν ενταχθεί στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Το βασικό σημείο της δικαστικής κρίσης είναι ότι η οφειλή που ρυθμίζεται δικαστικά δεν αποτελεί τραπεζικό προϊόν ή νέο δάνειο, αλλά μια δικαστικά ορισμένη υποχρέωση, η οποία πρέπει να εξυπηρετείται με βάση την αρχή της αξιοπρεπούς διαβίωσης του δανειολήπτη και χωρίς ανατοκισμό.
Στην πράξη, μέχρι σήμερα σε πολλές περιπτώσεις ο υπολογισμός των τόκων γινόταν επί του συνολικού άληκτου κεφαλαίου, με αποτέλεσμα η μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση να «φουσκώνει» σημαντικά. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα δανειολήπτη στον οποίο είχε επιδικαστεί να πληρώνει 500 ευρώ συν τους τόκους. Με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού, η συνολική μηνιαία επιβάρυνση έφθανε τα 700 ευρώ. Αν ο συγκεκριμένος δανειολήπτης κατέβαλλε κανονικά τη δόση αυτή για δύο χρόνια και στη συνέχεια, με βάση τη νέα ερμηνεία, η δόση μειωνόταν στα 510 ευρώ, τότε η διαφορά των 190 ευρώ τον μήνα, δηλαδή 4.560 ευρώ συνολικά για τη διετία, θεωρείται αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό και θα πρέπει να συμψηφιστεί με τις τρέχουσες απαιτήσεις των servicers.
Τα παραδείγματα που δείχνουν το μέγεθος της διαφοράς
Ενδεικτικά του μεγέθους των διαφορών που γεννά η απόφαση είναι τα παραδείγματα που παρέθεσε η δικηγόρος Αριάδνη Νούκα μιλώντας στην ΕΡΤ, κάνοντας λόγο για «τερατώδεις διαφορές» στις χρεώσεις. Για οφειλή 100.000 ευρώ με επιτόκιο 3%, ο ετήσιος τόκος επί του κεφαλαίου ανέρχεται σε 3.000 ευρώ, δηλαδή 250 ευρώ τον μήνα. Με τον νέο τρόπο υπολογισμού επί της μηνιαίας δόσης, για παράδειγμα σε δόση 500 ευρώ, η επιβάρυνση περιορίζεται μόλις στα 15 ευρώ τον μήνα.
Σε άλλο παράδειγμα, για δάνειο 120.000 ευρώ με επιτόκιο 4,5% και διάρκεια 20 έτη, η παλαιά μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση ανερχόταν στα 767 ευρώ, ενώ με τη νέα ερμηνεία διαμορφώνεται στα 522,5 ευρώ, δηλαδή προκύπτει μηνιαία μείωση 244,5 ευρώ και ετήσιο όφελος 2.934 ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά σε δάνειο 150.000 ευρώ με επιτόκιο 5% και διάρκεια 25 έτη, όπου η παλαιά δόση ήταν 887 ευρώ και η νέα πέφτει στα 525 ευρώ, δηλαδή η μηνιαία μείωση φτάνει τα 362 ευρώ και το ετήσιο όφελος τα 4.344 ευρώ.
«Η διαφορά είναι άβυσσος», τονίζει η κ. Νούκα, επισημαίνοντας ότι η φιλοσοφία του νόμου Κατσέλη δεν είναι να αναπαράγει τραπεζικούς όρους, αλλά να ορίζει μια δικαστικά ελεγχόμενη υποχρέωση, προσαρμοσμένη στις αντοχές του οφειλέτη. Σύμφωνα με την ίδια, η απόφαση αναμένεται να έχει αναδρομική ισχύ, καθώς ουσιαστικά αποτελεί ερμηνεία του διατακτικού αποφάσεων που έχουν εκδοθεί τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για διεκδικήσεις επιστροφών ή συμψηφισμών από δανειολήπτες που κατέβαλαν υψηλότερες δόσεις με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού.