Μια «ανάσα» έδωσαν οι αυξημένες βροχοπτώσεις του φετινού χειμώνα, όμως δεν αποτελούν λόγο για εφησυχασμό, τονίζει σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η υδρολόγος και διδάσκουσα στο ΠΑΔΑ, Ελισσάβετ Φελώνη. Όπως επισημαίνει, τα υδατικά αποθέματα στους τέσσερις βασικούς ταμιευτήρες της Αττικής, Μόρνο, Εύηνο, Υλίκη και Μαραθώνα, φτάνουν περίπου τα 683,5 εκατ. κυβικά μέτρα, παρουσιάζοντας μια ελαφρά βελτίωση σε σχέση με πέρυσι. Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τις ιδιαίτερα αυξημένες βροχοπτώσεις στη Δυτική Στερεά Ελλάδα από το φθινόπωρο και μετά, που επιτάχυναν τον ρυθμό αναπλήρωσης των αποθεμάτων και περιορίζουν τον άμεσο κίνδυνο για το φετινό καλοκαίρι.
Ωστόσο, η κ. Φελώνη προειδοποιεί ότι η υδρολογική εμπειρία δείχνει πως τα ακραία φαινόμενα, όπως οι ξηρασίες, έχουν την τάση να εμφανίζονται σε «ομάδες» ετών. Το λεγόμενο «φαινόμενο Hurst» σημαίνει ότι μια καλή χρονιά δεν ακυρώνει την πιθανότητα επιστροφής της ξηρασίας, όπως συνέβη και στην περίοδο 1988-1994, όταν μια ενδιάμεση ευνοϊκή χρονιά δεν απέτρεψε τη συνέχιση του προβλήματος. Γι’ αυτό, όπως υπογραμμίζει, απαιτείται διαρκής παρακολούθηση, σχεδιασμός με σενάρια πολλών ετών και, κυρίως, έγκαιρη ενημέρωση των πολιτών για περιορισμό της κατανάλωσης, ανεξάρτητα από τη στιγμιαία εικόνα των ταμιευτήρων.
Σε ό,τι αφορά την υπόλοιπη χώρα, η υδρολόγος σημειώνει ότι φέτος η ηπειρωτική Ελλάδα διανύει συνολικά μια καλή υδρολογική χρονιά, με τη Δυτική Ελλάδα να δέχεται παραδοσιακά μεγαλύτερα ύψη βροχής λόγω της Πίνδου. Σε ορισμένες περιοχές μάλιστα καταγράφονται και φαινόμενα υπερχείλισης. Η εικόνα αυτή, όμως, δεν ισχύει για τα περισσότερα νησιά, όπου το συνολικό μηνιαίο ύψος βροχής παραμένει πολύ χαμηλότερο σε σχέση με την ηπειρωτική χώρα. Εκεί, η υδρολογική ξηρασία είναι πιο έντονη, λόγω των μικρών λεκανών απορροής, της περιορισμένης αποθήκευσης στους υπόγειους υδροφορείς και της υπεράντλησης που εντείνει την υφαλμύριση. Όπως εξηγεί, οι μονάδες αφαλάτωσης μπορούν να αποτελέσουν μέρος της λύσης, αλλά μόνο αν ενταχθούν σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που λαμβάνει υπόψη το ενεργειακό κόστος και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και όχι ως πρόχειρη λύση ανάγκης.
Από τη διαχείριση κρίσης στη διαχείριση κινδύνου
Η κ. Φελώνη τονίζει ότι η πολιτεία πρέπει να περάσει οριστικά από τη «διαχείριση κρίσης» στη «διαχείριση κινδύνου». Αυτό σημαίνει θεσμική θωράκιση, συστήματα υποστήριξης αποφάσεων, αυστηρό έλεγχο της ζήτησης, μείωση απωλειών στα δίκτυα και ουσιαστική προστασία των υπόγειων υδάτων, ειδικά στην περιφέρεια. Αναγνωρίζει ότι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος τα μέτρα να ατονήσουν όταν μια χρονιά είναι σχετικά καλή, όμως υπογραμμίζει πως η φετινή «ανάσα» πρέπει να αξιοποιηθεί ως ευκαιρία για σοβαρό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη μειωμένη χιονοκάλυψη, που παρατηρείται πλέον συχνά. Το χιόνι λειτουργεί ως φυσική αποθήκη νερού που αποδεσμεύεται σταδιακά την άνοιξη και στηρίζει τη θερινή υδροφορία των ποταμών. Η απουσία του, σε συνδυασμό με τις υψηλότερες θερμοκρασίες, σημαίνει ότι ακόμη και όταν βρέχει, τελικά λιγότερο νερό φτάνει στους ταμιευτήρες. Η Μεσόγειος, όπως σημειώνει, θεωρείται πλέον διεθνώς «hotspot» της κλιματικής αλλαγής, με αυξημένη εξατμοδιαπνοή και μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση ξηρασιών.
Το συμπέρασμα, όπως λέει, είναι σαφές: το νερό δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο. Χρειάζεται προγραμματισμός έργων με βάση πραγματικά υδρολογικά δεδομένα και επικαιροποιημένα κλιματικά σενάρια, αλλά και ενίσχυση της υδατικής παιδείας στην κοινωνία. Μόνο έτσι, υπογραμμίζει, μπορεί η χώρα να αποκτήσει πραγματική ανθεκτικότητα απέναντι στις μελλοντικές πιέσεις στους υδατικούς της πόρους.