Τη δυνατότητα να ρυθμίσουν τις δόσεις δανείων και καρτών βάσει “εύλογων μηνιαίων δαπανών διαβίωσης¨ θα έχουν οι Έλληνες πολίτες από τις αρχές του 2015. Το Συμβούλιο Ιδιωτικού Χρέους όρισε «τις εύλογες μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης» για τις ελληνικές οικογένειες σε καθαρό ποσό, δηλαδή χωρίς δαπάνες για φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, ενοίκια ή δόσεις δανείου, για την διευκόλυνση της διαπραγμάτευσης δανειοληπτών – τραπεζών σχετικά με τη ρύθμιση των πάσης φύσεως δανείων.
Ειδικότερα:
για έναν ενήλικα οι ελάχιστες δαπάνες διαβίωσης καθορίζονται στα 537 ευρώ το μήνα,
για δύο ενήλικες με ένα παιδί στα 1.126 ευρώ,
για δύο ενήλικες με δυο παιδιά 1.347 ευρώ
για δύο ενήλικες με τρία παιδιά στα 1.568 ευρώ.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία ανάλογα με την ομάδα που ανήκει:
για ένα άτομο οι εύλογες μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης είναι από 537 ευρώ έως 682 ευρώ,
για ένα ζευγάρι από 906 ευρώ έως 1.160 ευρώ,
για έναν ενήλικα με ένα παιδί από 758 ευρώ έως 962 ευρώ,
για ένα ζευγάρι με ένα παιδί από 1.126 ευρώ έως 1.440 ευρώ,
για ένα ζευγάρι με δυο παιδιά 1.347 ευρώ έως 1.720 ευρώ,
για ένα ζευγάρι με δυο παιδιά και επιπλέον εξαρτώμενο μέλος από 1.555 ευρώ έως 2.016 ευρώ.
για ένα ζευγάρι με τρία παιδιά από 1.568 ευρώ έως 2000 ευρώ
για ζευγάρι με τρία παιδιά και ένα εξαρτώμενο μέλος από 1.776 ευρώ έως 2.296 ευρώ και τέλος
για ζευγάρι με 4 παιδιά 1788 ευρώ έως 2.280 ευρώ.
Τα αγαθά και οι υπηρεσίες που καταναλώνουν τα νοικοκυριά ταξινομούνται σε ομάδες ανάλογα με το ποσό απαραίτητα είναι για τη διαβίωση. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται ειδική διεθνής κλίμακα ταξινόμησης.
Το μηνιαίο σύνολο των δαπανών αυτών θα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ώστε να αξιολογείται η δυνατότητα κάθε οφειλέτη να εξυπηρετεί τις δανειακές του υποχρεώσεις, με βάση το εισόδημα του και αφού καλύψει τις ανάγκες διαβίωσής του. Μέσω αυτού του πλαισίου επιδιώκεται η εξωδικαστική επίλυση των διαφορών μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών, και παρέχεται οδηγός ώστε να οι δύο πλευρές να καταλήγουν σε κοινά αποδεκτές και βιώσιμες λύσεις ως προς την εξυπηρέτηση των δανείων.
Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης αναφέρονται στα έξοδα που κάνει ένα νοικοκυριό πέραν αυτών που απαιτούνται για την εξασφάλιση κατοικίας. Συνεπώς το ποσό του ενοικίου για την εξασφάλιση πρώτης κατοικίας, προστίθεται ξεχωριστά στα οικονομικά στοιχεία που δηλώνει ο δανειολήπτης. Κάθε νοικοκυριό αντιμετωπίζεται ως μια ξεχωριστή περίπτωση με διαφορετικές ανάγκες.
Τέσσερις Ομάδες
Ο προσδιορισμός των εύλογων δαπανών, θα γίνεται σε εξατομικευμένη βάση, με χρήση ειδικών συντελεστών στάθμισης ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.
1η ομάδα: αφορά τις πιο βασικές δαπάνες για τη διαβίωση του νοικοκυριού, οι οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, η μετακίνηση, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση και μόρφωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας και ταχυδρομείων, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, οι υπηρεσίες εκπαίδευσης, οι υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οι οικονομικές υπηρεσίες.
2η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες εστίασης.
3η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον διαρκή αγαθά και συσκευές
4η ομάδα: περιλαμβάνει επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού.
Ο υπολογισμός των εύλογων δαπανών διαβίωσης έγινε από εμπειρογνώμονες των υπουργείων Ανάπτυξης και Οικονομικών και στηρίχθηκε στα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών που διενεργείται κάθε χρόνο από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Κώδικας Δεοντολογίας
Σύμφωνα με τον υπό διαβούλευση κώδικα δεοντολογίας των τραπεζών, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του οφειλέτη κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής. Συγκεκριμένα η τράπεζα θα πρέπει να παρέχει Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης, στην οποία ο οφειλέτης θα δηλώνει στοιχεία για τις δαπάνες διαβίωσης του νοικοκυριού, τα οποία θα συσχετίζονται με τις προσδιορισμένες εύλογες δαπάνες διαβίωσης.
Οι πληροφορίες αυτές θα αξιοποιούνται σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία ώστε να αξιολογηθεί: η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του δανειολήπτη, η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη, το ιστορικό οικονομικής συμπεριφοράς του δανειολήπτη και η προβλεπόμενη και αναμενόμενη ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των εύλογων δαπανών διαβίωσης.
Μετά από αυτή την αξιολόγηση, η τράπεζα θα προχωράει σε ρύθμιση που θα είναι προσαρμοσμένη στο προφίλ του οφειλέτη, ώστε να συνεχίσει να εξυπηρετεί το δάνειό του, αν και εδώ πρέπει να τονιστεί πως η τράπεζα δεν είναι υποχρεωμένη να το κάνει.
Παραμένει η δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια
Οι οφειλέτες πάντως, σε περίπτωση που δεν επέλθει συμφωνία ή κρίνουν πως δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν την παρεχόμενη ρύθμιση, διατηρούν το δικαίωμα προσφυγής του στο Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 4161/2013 όπου δικαστικά θα προσδιοριστεί η διευθέτηση της οφειλής.