Η ανταποδοτική σύνταξη αποτελεί το τμήμα της σύνταξης που συσχετίζεται άμεσα με τις εισφορές που έχεις καταβάλει καθ’ όλη τη διάρκεια της ασφάλισής σου και ο τρόπος που υπολογίζεται μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το τελικό μηνιαίο ποσό που θα λάβεις.
Το τελικό ποσό συνδέεται άμεσα με τα χρόνια ασφάλισης και το ύψος των αποδοχών του πολίτη κατά τον εργασιακό του βίο.
Σε αντίθεση με την εθνική σύνταξη, η οποία είναι σταθερή και χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, η ανταποδοτική προκύπτει από τις εισφορές που καταβλήθηκαν από το 2002 και μετά, αναπροσαρμοσμένες με βάση τους δείκτες μισθών.
Για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των συντάξιμων αποδοχών από το 2002 έως το έτος πριν από την αποχώρηση από την εργασία και στη συνέχεια εφαρμόζεται το αντίστοιχο ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο αυξάνεται όσο περισσότερα είναι τα έτη ασφάλισης.
Ενδεικτικά, στα 15 έτη το ποσοστό παραμένει χαμηλό, ενώ μετά τα 30 έτη βελτιώνεται σημαντικά, φτάνοντας περίπου στο 50% για όσους συμπληρώνουν 40 χρόνια εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι ασφαλισμένοι με μακρά ασφαλιστική διαδρομή μπορούν να δουν αισθητά υψηλότερη σύνταξη, ιδιαίτερα μετά τις βελτιώσεις που θεσπίστηκαν για τα πολλά έτη ασφάλισης.
Καθοριστικό ρόλο παίζουν επίσης οι πραγματικές αποδοχές που δηλώθηκαν, καθώς χαμηλοί μισθοί ή διαστήματα με μειωμένες εισφορές συμπιέζουν τον μέσο όρο και κατ’ επέκταση το ποσό της ανταποδοτικής. Αντίθετα, η αναγνώριση πλασματικών ετών μπορεί να αυξήσει το ποσοστό αναπλήρωσης και να λειτουργήσει ενισχυτικά στο τελικό αποτέλεσμα. Στο ποσό που προκύπτει προστίθεται η εθνική σύνταξη, διαμορφώνοντας τη συνολική κύρια σύνταξη, γεγονός που καθιστά τον ακριβή υπολογισμό κρίσιμο για όσους βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση και εξετάζουν τον χρόνο εξόδου από την εργασία.