Η πρόωρη συνταξιοδότηση συνοδεύεται από μειώσεις στο τελικό ποσό σύνταξης, οι οποίες υπολογίζονται με συγκεκριμένα ποσοστά ανάλογα με τα έτη που υπολείπονται από το πλήρες όριο ηλικίας.
Η κατανόηση του τρόπου υπολογισμού είναι κρίσιμη για όσους σχεδιάζουν την έξοδό τους από την εργασία.
Σύμφωνα με τον e-ΕΦΚΑ, το ποσοστό μείωσης για τη μειωμένη σύνταξη γήρατος ανέρχεται σε 1/200 για κάθε μήνα που λείπει μέχρι τη συμπλήρωση του κατά περίπτωση προβλεπόμενου ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης, με ανώτατο συνολικό ποσοστό μείωσης 30%.
Αυτό σημαίνει ότι όσο πιο νωρίς επιλέγει κανείς να αποχωρήσει, τόσο μεγαλύτερη είναι η τελική μείωση που θα υποστεί. Για παράδειγμα, αν κάποιος αποχωρήσει 12 μήνες νωρίτερα, η μείωση αντιστοιχεί σε 12/200, δηλαδή 6%. Αν η αποχώρηση γίνει 60 μήνες νωρίτερα, τότε η μείωση φτάνει στο ανώτατο 30%.
Η μείωση αυτή δεν είναι προσωρινή. Ο e-ΕΦΚΑ επισημαίνει ρητά ότι μια μειωμένη σύνταξη γήρατος δεν μπορεί αργότερα να μετατραπεί σε πλήρη, ακόμη κι αν ο συνταξιούχος συμπληρώσει στη συνέχεια το ηλικιακό όριο πλήρους εξόδου. Πρόκειται δηλαδή για μόνιμη περικοπή, γεγονός που καθιστά την απόφαση για πρόωρη αποχώρηση ιδιαίτερα κρίσιμη, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των συνταξιούχων πιέζεται από την ακρίβεια.
Στην πράξη, η μειωμένη σύνταξη αφορά κυρίως όσους έχουν θεμελιώσει τις απαραίτητες ασφαλιστικές προϋποθέσεις αλλά δεν έχουν φτάσει ακόμη στο πλήρες όριο ηλικίας. Μέσω του gov.gr υπενθυμίζεται ότι για τη γενική κατηγορία ασφαλισμένων προβλέπεται δυνατότητα συνταξιοδότησης στα 62 έτη με 15 χρόνια ασφάλισης (4.500 ημέρες), εφόσον η χορήγηση μειωμένης σύνταξης προβλέπεται από τις αντίστοιχες διατάξεις. Ωστόσο, δεν αρκεί μόνο η ηλικία και τα έτη ασφάλισης.
Σε αρκετές περιπτώσεις απαιτούνται και ειδικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, όπως συγκεκριμένος αριθμός ημερών ασφάλισης σε πρόσφατα έτη ή ειδικό καθεστώς για βαρέα και ανθυγιεινά.
Αυτό που συχνά προκαλεί σύγχυση είναι ότι η μείωση δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις κατηγορίες ασφαλισμένων, επειδή αλλάζει το όριο ηλικίας αναφοράς. Ο e-ΕΦΚΑ αναφέρει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το 1/200 υπολογίζεται για κάθε μήνα που υπολείπεται από το 62ο έτος, ενώ σε άλλες από το 63ο ή από άλλο ειδικό όριο ηλικίας, ανάλογα με την κατηγορία και το μεταβατικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται ο ασφαλισμένος. Αυτό σημαίνει ότι δύο άτομα με παρόμοιο ασφαλιστικό χρόνο μπορεί να μην έχουν ακριβώς την ίδια μείωση, εφόσον ανήκουν σε διαφορετικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα.
Το κρίσιμο, πάντως, είναι ότι η μείωση αφορά την ανταποδοτική λογική της πρόωρης εξόδου και πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με το συνολικό ποσό σύνταξης που προκύπτει. Δηλαδή δεν αρκεί να γνωρίζει κάποιος μόνο το ποσοστό μείωσης. Πρέπει να ξέρει και πάνω σε ποια βάση θα εφαρμοστεί, ποιο θα είναι το τελικό μικτό και καθαρό ποσό, αν συμφέρει να παραμείνει λίγους μήνες ακόμη στην εργασία ώστε να περιορίσει την απώλεια και αν υπάρχουν άλλα στοιχεία, όπως διαδοχική ή παράλληλη ασφάλιση, που μπορούν να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά το τελικό αποτέλεσμα.
Για αυτό και στην πράξη η πρόωρη σύνταξη δεν είναι πάντα «γρήγορη λύση». Για ορισμένους ασφαλισμένους, ιδίως όσους έχουν χαμηλές συντάξιμες αποδοχές, μια μείωση ακόμη και 10% ή 15% μπορεί να σημαίνει αισθητή απώλεια εισοδήματος σε μόνιμη βάση. Για άλλους, όμως, η έξοδος νωρίτερα από την εργασία μπορεί να είναι μονόδρομος, λόγω υγείας, ανεργίας ή οικογενειακών συνθηκών. Αυτός είναι ο λόγος που οι ειδικοί επιμένουν ότι πριν από κάθε απόφαση πρέπει να έχει προηγηθεί αναλυτικός υπολογισμός και όχι μια γενική εκτίμηση «στο περίπου». Το ασφαλιστικό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα της μειωμένης σύνταξης, αλλά το κόστος αυτής της επιλογής είναι πραγματικό και διαρκές.