Στην κόψη του ξυραφιού ακροβατούν η Ευρώπη και η Ελλάδα, καθώς κινδυνεύουν να πληρώσουν υπέρογκο λογαριασμού, στην περίπτωση που συνεχιστεί η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.
Αντώνης Κατωπόδης
Η εκτίμηση που κυριαρχεί είναι ότι ο πόλεμος ΗΠΑ – Ισραήλ κατά του Ιράν θα έχει διάρκεια, με ότι αυτό συνεπάγεται στις οικονομίες των χωρών μελών, λόγω της εκτόξευσης των τιμών του φυσικού αερίου.
Η έλλειψη ενεργειακής επάρκειας της ΕΕ σε συνδυασμό με τις «εθνικές» πολιτικές στην προμήθεια φυσικού αερίου, διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο, το οποίο δημιουργεί μεγάλες αβεβαιότητες. Εάν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι η Γερμανία βρίσκεται σε ύφεση λόγω της διακοπής στην προμήθεια φθηνού ρωσικού αερίου λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, γίνεται αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος.
Η Ε.Ε. ναι μεν δεν είναι εξαρτημένη από το φυσικό αέριο του Περσικού Κόλπου, είναι όμως προφανές ότι οι τιμές θα εκτοξευτούν στα ύψη στην περίπτωση, που ο πόλεμος συνεχιστεί κατά τη διάρκεια της άνοιξης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ευρωπαϊκό χρηματιστήριο φυσικού αερίου με έδρα στην Ολλανδία, επηρεάζεται από τη γενικότερη αναστάτωση που επικρατεί στην αγορά καυσίμων. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ανέμεναν ότι μετά τον φετινό «βαρύ» χειμώνα, η κατάσταση θα βελτιωνόταν, καθώς κατά τη διάρκεια της άνοιξης η ζήτηση μειώνεται.
Όλα αυτά όμως αποτελούν πλέον παρελθόν και η Ευρώπη πολύ δύσκολα θα βρει συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για να καλύψει τις αναγκαίες ποσότητες για τον επόμενο χειμώνα, με τιμές κάτω από τα 30 ευρώ.
Αναλυτές εκφράζουν την εκτίμηση για έναν δύσκολο ενεργειακό χειμώνα στον οποίο θα κυριαρχούν οι υψηλές τιμές, με τεράστιο κόστος τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις.
Προβληματισμός
Η κυβέρνηση παρακολουθεί με προσοχή τις εξελίξεις που δρομολογούνται και ήδη η εντολή που έχει δοθεί είναι να εντατικοποιηθούν οι έλεγχοι στην αγορά για να αποφευχθούν φαινόμενα αισχροκέρδειας.
Το ενεργειακό μείγμα μπορεί να έχει πλέον μεγάλο ποσοστό από τις ΑΠΕ, αλλά δεν προσφέρει σταθερότητα και επάρκεια ενέργειας, γιατί δεν έχουν ολοκληρωθεί οι υποδομές για αποθήκευση «καθαρής» ενέργειας.
Ο προβληματισμός είναι έντονος, αλλά η βοήθεια για την Ελλάδα είναι ότι προμηθεύεται ένα μέρος των αναγκών της από το Αζερμπαϊτζάν μέσω αγωγού με συμφωνία του 2025. Η ασύμμετρη ενέργεια από τις ΑΠΕ όμως έχει ως αποτέλεσμα να γίνεται όλο και περισσότερο χρήση φυσικού αερίου για την ηλεκτροπαραγωγή, με ότι αυτό σημαίνει για την ελληνική οικονομία.
Η εκτίμηση που κυριαρχεί, είναι ότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις θα κληθούν στο αμέσως προσεχές διάστημα να αντιμετωπίσουν τον εφιάλτη των αυξήσεων στα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος. Για την ώρα πάντως, κυβερνητικά στελέχη λένε, ότι αν οι αυξήσεις είναι μεγάλες, υπάρχουν περιθώρια για να καλυφθεί μέρος των αναγκών που θα έχουν οι οικονομικά ασθενέστεροι.
Κόστος αγαθών
Παράγοντες της αγοράς τονίζουν ότι η αύξηση του κόστους των καυσίμων, θα επηρεάσει και μάλιστα άμεσα τα έξοδα μεταφοράς, παραγωγής και διανομής των προϊόντων. Το αποτέλεσμα, θα είναι να αυξηθεί και το συνολικό κόστος των αγαθών και αυτό θα φανεί στην «τσέπη» των καταναλωτών και στις τιμές που θα πληρώνουν στα καταστήματα.
Λιανεμπόριο
Σημαντικό πρόβλημα για την εγχώρια αγορά, είναι οι καθυστερήσεις στις εμπορικές διαμεταφορές λόγω του αποκλεισμού των στενών του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο.
Οι ναυτιλιακές εταιρείες θα αναγκαστούν να αλλάξουν τα δρομολόγιά τους ή να καθυστερήσουν τις μεταφορές, που μπορεί να φτάσει ακόμη και τις 14 ημέρες.
Οι καθυστερήσεις αυτές επηρεάζουν ήδη το λιανεμπόριο καθώς μπορούν να προκαλέσουν ελλείψεις προϊόντων στα καταστήματα και δυσκολίες στη διαχείριση των αποθεμάτων. Ο κλάδος του λιανικού εμπορίου θεωρείται συχνά ένας από τους πιο ευαίσθητους δείκτες της οικονομικής δραστηριότητας.
Οι εξελίξεις στην κατανάλωση αντανακλώνται άμεσα στις πωλήσεις, γεγονός που καθιστά τον τομέα ιδιαίτερα ευάλωτο σε περιόδους αβεβαιότητας. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού, αυξάνοντας παράλληλα το κόστος ενέργειας και μεταφορών.
Οι επιχειρήσεις λιανικής ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με υψηλότερα λειτουργικά έξοδα και μειωμένα περιθώρια κέρδους, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει κίνδυνος ελλείψεων σε ορισμένα προϊόντα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αγορά λιανικής αναμένεται να κινηθεί πιο συγκρατημένα, με τις επιχειρήσεις να υιοθετούν πιο προσεκτικές στρατηγικές για το επόμενο διάστημα.
Αγροτική παραγωγή
Οι γεωπολιτικές εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή αναμένεται να επηρεάσουν σημαντικά την παγκόσμια αγροτική παραγωγή, λόγω της αύξησης στο κόστος λιπασμάτων. Άλλωστε οποιαδήποτε αναταραχή στην προσφορά των λιπασμάτων, οδηγεί σε υψηλότερα κόστη για τους αγρότες και, τελικά, σε αυξημένες τιμές τροφίμων για τους καταναλωτές.
Η εξέλιξη αυτή έχει ευρύτερες οικονομικές συνέπειες, καθώς όταν το κόστος παραγωγής αυξάνεται, οι αγορές τροφίμων γίνονται πιο ασταθείς, ενώ η επάρκεια ορισμένων βασικών προϊόντων μπορεί να επηρεαστεί.
Τόσο σε διεθνές επίπεδο, όσο και στην Ελλάδα, οι πιέσεις αυτές είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγόμενες αγροτικές πρώτες ύλες.
Μείωση ζήτησης
Η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα αναγκάζει πολλά νοικοκυριά να κατευθύνουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε βασικές ανάγκες. Όταν οι δαπάνες για αγαθά πρώτης ανάγκης αυξάνονται, περιορίζεται αναπόφευκτα το διαθέσιμο εισόδημα για άλλες κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών.
Αυτή η μεταβολή στη συμπεριφορά των καταναλωτών επηρεάζει άμεσα την αγορά λιανικής, καθώς μειώνεται η ζήτηση για μη βασικά προϊόντα.
Σε περιόδους αυξημένου πληθωρισμού, το φαινόμενο γίνεται πιο έντονο, με τους καταναλωτές να προσαρμόζουν τις αγορές τους, επιλέγοντας πιο οικονομικές λύσεις ή περιορίζοντας συνολικά τις δαπάνες τους.