Εθνική ασφάλεια ή δημοκρατική ανασφάλεια
Άρθρο του τ. Προέδρου Δ.Σ.Α. & Ολομέλειας Προέδρων Δ.Σ. Ελλάδος, Δημήτριου Κ. Βερβεσού
Έχει τις τελευταίες μέρες «χυθεί πολύ μελάνι» για την απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το Αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που είχε παραπέμψει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση της με βάση τα όσα απεδείχθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία.
Επιθυμώ σήμερα να συνεισφέρω στο σχετικό διάλογο που έχει αναπτυχθεί μερικές σύντομες επισημάνσεις χρήσιμες – κατά τη γνώμη μου – για τους μη νομικούς εκ ων αναγνωστών της εφημερίδας:
«Ο αξιότιμος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν μπήκε καν στον κόπο να αντικρούσει με πειστικά επιχειρήματα τη δικαστική κρίση»
1) Μια εισαγγελική διάταξη, έστω κι αν εκδίδεται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν έχει την ίδια προσφορότητα με αυτήν μια δικαστικής απόφασης, έστω και μη τελεσιδίκου/ αμετακλήτου, καθώς η μια έχει εκδοθεί μετά από διαγνωστική δίκη και ακροαματική διαδικασία με εξέταση μαρτύρων, ανάγνωση εγγράφων, προβολή ισχυρισμών ένθεν κακείθεν, απολογίες κατηγορουμένων, αγορεύσεις δικηγόρων και εισαγγελική πρόταση, ενώ η άλλη δεν έχει μετέλθει την ίδια αποδεικτική διαδικασία. Επίσης, μια δικαστική απόφαση, αν καταστεί αμετάκλητη, περαιώνει δια παντός μια υπόθεση, ενώ μια εισαγγελική διάταξη αρχειοθέτησης μπορεί να ανασυρθεί ανά πάσα στιγμή και εντός του ορίου της παραγραφής από το Αρχείο επί τη βάσει νεότερων στοιχείων.
«Μια εισαγγελική διάταξη, έστω κι αν εκδίδεται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν έχει την ίδια προσφορότητα με αυτήν μιας δικαστικής απόφασης»
2) Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την περαιτέρω διερεύνηση της υποθέσεως από ποινικής άποψης για αδικήματα πλημμεληματικής ή κακουργηματικής διάστασης που δεν περιλαμβάνονταν στο ενώπιον του δικαζόμενο κατηγορητήριο, ελήφθη μετά από μακρόχρονη αποδεικτική ακροαματική διαδικασία. Όταν ελήφθη αυτή ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου η Εισαγγελική Διάταξη αρχειοθέτησης του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Αχιλλέα Ζήση. Αυτό σημαίνει ότι από τα νέα στοιχεία που προέκυψαν από την ενώπιον του διαδικασία, κρίθηκε από το Δικαστήριο και τον Εισαγγελέα της έδρας, ότι η υπόθεση έχρηζε περαιτέρω ποινικής διερεύνησης, λόγω νεότερων στοιχείων που είχαν εισφερθεί στην υπόθεση και δεν είχαν – προφανώς- ληφθεί υπόψιν από τον κ. Αντιεισαγγελέα , αλλά δεν μπορούσε να τα εκδικάσει το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, λόγω των ορίων που είχε θέσει σε αυτό το κατηγορητήριο που είχε συντάξει ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Άρα, το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε, ότι προέκυψαν νέα στοιχεία για μη διερευνηθέντα ποινικά αδικήματα. Ο αξιότιμος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν μπήκε καν στον κόπο να αντικρούσει με πειστικά επιχειρήματα τη δικαστική κρίση αυτή και να αιτιολογήσει την διαφορετική του άποψη έναντι της άνω δικαστικής απόφασης.
«Από τα νέα στοιχεία που προέκυψαν από την ενώπιον του διαδικασία, κρίθηκε από το Δικαστήριο και τον Εισαγγελέα της έδρας, ότι η υπόθεση έχρηζε περαιτέρω ποινικής διερεύνησης»
3) Ο αξιότιμος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν θεώρησε, επίσης, χρήσιμο και κρίσιμο να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, πριν λάβει τη σχολιαζόμενη απόφασή του. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι α) στη θέση αυτή τον επέλεξε η Κυβέρνηση β) είχε χειρισθεί υποθέσεις επί συνδέσεων τηλεφώνων, ως συναρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός στην Ε.Υ.Π. μερικά επί των οποίων αποτέλεσαν «στόχους» και του παρανόμου λογισμικού «predator» είναι δύο στοιχεία, που επιτείνουν την ήδη βαρέως κλονισμένη εμπιστοσύνη των πολιτών έναντι της Δικαιοσύνης και δη της διορισμένης από την εκάστοτε Κυβέρνηση ηγεσίας της.
«Μετά ταύτα, είναι βέβαιο ότι η Ελληνική Δικαιοσύνη θα βρεθεί για άλλη μια φορά ενώπιον της δικαστικής κρίσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου…»
Τέλος, τα γεγονός ότι γίνεται επίκληση από κάποιες πλευρές της διαφορετικής διάστασης των νομικών επισυνδέσεων της Ε.Υ.Π. από τη χρήση του παράνομου λογισμικού ‘’predator” – ισχυρισμός κατ’ αρχάς βάσιμος – δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε, ότι με έγκριση εισαγγελικών λειτουργών (ένας εκ των οποίων και ο συγκεκριμένος) παρακολουθούνταν για λόγους «εθνικής ασφαλείας» πολιτικοί, δημοσιογράφοι, στρατιωτικοί, αλλά και δικαστικοί λειτουργοί, χωρίς να έχει γίνει γνωστόν ποιοι ήταν αυτοί οι λόγοι και αν αυτοί εξέλιπαν μετά την διενέργεια της παρακολούθησης (…).
Επίσης, άξιον μνείας τυγχάνει πώς ο τότε αρμόδιος Εισαγγελέας για την Ε.Υ.Π. και σήμερα Εισαγγελέας του Α.Π. είχε εγκρίνει την παρακολούθηση του τηλεφώνου του τότε υφισταμένου του οικονομικού Εισαγγελέα αποδεχόμενος, ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχαν λόγοι «εθνικής ασφαλείας», που επέβαλαν την επισύνδεσή του και παραταύτα συνέχιζε να είναι τοποθετημένος σε μια τόσο νευραλγική θέση, ενόσω παρακολουθείτο (!!!).
Επιπλέον, κρίσιμο μέγεθος τυγχάνει και το ζήτημα της τύχης του ληφθέντος υλικού από τις νόμιμες επισυνδέσεις. Καταστράφηκε ή διατηρείται και αν ναι στα χέρια ποιου;
Μετά ταύτα, είναι βέβαιο ότι η Ελληνική Δικαιοσύνη θα βρεθεί για άλλη μια φορά ενώπιον της δικαστικής κρίσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τη στιγμή ήδη από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών έχει βρεθεί να ανταγωνίζεται τα κόμματα, τη Βουλή, τα συνδικάτα και την πολιτική στις πρώτες θέσεις αναξιοπιστίας των θεσμών, σύμφωνα με όλες τις πρόσθετες έρευνες της κοινής γνώμης και ουχί του (υπο)γράφοντος.