Ορισμένες σκέψεις μετά την «αυστηροποίηση» του Ποινικού Νόμου
Άρθρο του τ. Προέδρου Δ.Σ.Α. και Ολομέλειας Προέδρων Δ.Σ. Ελλάδος, Δημήτριου Βερβεσού
Τώρα που έχει περάσει καιρός και έχει στεγνώσει η νομοθετική μελάνη και ο ν. 5090/2024 κατέστη ισχύον δίκαιο, η νομική κοινότητα και η ελληνική κοινωνία καλούνται να κάνουν μια νηφάλια αποτίμηση των αλλαγών που επέρχονται. Πρόκειται, άραγε για ποινικός εκσυγχρονισμός ή οπισθοδρόμηση;
Οι Κώδικες του 2019, αποτέλεσμα μακροχρόνιας νομοπαραγωγικής διαδικασίας στην οποία συμμετείχαν επιφανείς εκπρόσωποι της δικηγορίας, της ακαδημαϊκής κοινότητας και της δικαιοσύνης, συνιστούν, κατά την κρατούσα γνώμη, σημαντική παρέμβαση και έταμαν στην ορθή, κατ’ αρχήν, κατεύθυνση πλήθος ζητημάτων που είχε θέσει η θεωρία, ή είχαν αναφυεί στην πράξη, χωρίς πάντως να λείπουν και ορισμένες αστοχίες, τις οποίες από την αρχή ως δικηγορικό σώμα είχαμε επισημάνει. Πριν καλά καλά στεγνώσει η νομοθετική μελάνη, όμως, αναπτύχθηκαν φυγόκεντρες δυνάμεις σε επίπεδο νομοθετικής πολιτικής, συνήθως υπό την επίδραση της επικαιρότητας και των επικοινωνιακών αναγκών της εκάστοτε Κυβέρνησης. Έτσι, στα πρώτα χρόνια ζωής του νέου Ποινικού Κώδικα, εισήχθησαν αλλεπάλληλες τροποποιήσεις, οι οποίες συγκροτούν ένα νομοθετικό παλίμψηστο, που διαρρηγνύει τη συστηματική αλληλουχία και συνοχή του ποινικού δικαίου και βρίσκεται στον αντίποδα της επιβαλλόμενης νομοπαραγωγικής φειδούς.
Ο νέος ΠΚ που αποτελεί την 12η τροποποίηση του ΠΚ του 2019 μέσα σε 4 χρόνια, αναιρεί σε σημαντικό βαθμό το κεκτημένο των αλλαγών του 2019 καθώς στρέφει το ποινικό σύστημα σε τιμωρητική κατεύθυνση, με την ψευδώνυμη -και εν τέλει λαϊκιστική- επίκληση της ατιμωρησίας, η οποία επιχειρεί να «κρύψει κάτω από το χαλί» τα πραγματικά προβλήματα της ποινικής δικαιοσύνης, και της αντεγκληματικής πολιτικής: τις χρόνιες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, την αδυναμία να παταχθεί το οργανώμενο έγκλημα, την αποτυχία του σωφρονιστικού συστήματος.
Η δικηγορική κοινότητα εξέφρασε από την πρώτη στιγμή την απόλυτη αντίθεσή της, μέσα από τις αποφάσεις του ανωτάτου θεσμικού οργάνου της, της Ολομέλειας των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων, προς υπεράσπιση των σταθερών του νομικού μας πολιτισμού, που εμπραγματώνονται στο Σύνταγμα και την ευρωπαϊκή δικαιοταξία.
Σε επίπεδο ουσιαστικού δικαίου, η αυστηροποίηση, παρουσιάζεται ως πανάκεια για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, παρότι τα στατιστικά στοιχεία, της ίδιας της ΕΛ.ΑΣ. δεν ενισχύουν την αιτιώδη συσχέτιση μεταξύ της αυστηροποίησης των ποινών και τη μείωση της εγκληματικότητας. Ο ποινικός νομοθέτης δεν επιτρέπεται να δρα εν θερμώ ούτε να εξυπηρετεί σκοπιμότητες. Μια σοβαρή αντεγκληματική πολιτική προϋποθέτει μελέτη στατιστικών δεδομένων και πολυεπίπεδη αντιμετώπιση, με φέροντα στοιχεία την ενίσχυση της πρόληψης, την έγκαιρη εξιχνίαση των εγκλημάτων, τη σωφρονιστική μέριμνα και βεβαίως την κοινωνική πολιτική.
Στο βωμό της αυστηροποίησης εισάγονται αδόκιμες και αλυσιτελείς ρυθμίσεις που πρέπει να μας προβληματίσουν:
- οι ελαφρυντικές περιστάσεις αποφλοιώνονται και μειώνεται η επίδραση τους στην επιμέτρηση της ποινής, κατά τρόπο που εγείρει ζητήματα αναλογικότητας
- προβλέπεται ο κάθετος περιορισμός του θεσμού της αναστολής εκτέλεσης της ποινής και η εφαρμογή αυτής μόνο επί καταδίκης του δράστη σε ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, επαναφέρεται ο θεσμός της μετατροπής, ενώ θα εκτίονται, μερικώς ή ολικώς κατά περίπτωση, ποινές φυλάκισης πάνω από δύο έτη, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε μελέτη για τη φέρουσα ικανότητα του σωφρονιστικού συστήματος, αλλά και για την τυχόν εγκληματογόνο μόλυνση του πρωτόπειρου δράστη πλημμελήματος από τον εγκλεισμό του·
- επίσης, ο αποκλεισμός της αναστολής εκτελέσεως της ποινής επί προηγούμενης καταδίκης ακόμη και για εξ αμελείας πλημμέλημα, το οποίο ενδέχεται μάλιστα να είναι κατά την φύση του τελείως άσχετο με την υπό κρίση πράξη, αντιβαίνει στην θεμελιώδη αρχή της εξατομίκευσης της ποινής και καθιστά υποχρεωτικό τον εγκλεισμό στην φυλακή καταδικασθέντων για τους οποίους αυτός εμφανώς αντενδείκνυται. Αναδύεται έτσι μία πλήρης αμφισβήτηση και αποφλοίωση του δικαιοδοτικού έργου και ρόλου του δικάζοντος δικαστή από τον νομοθέτη. Είναι λυπηρή η δυσπιστία που επιδεικνύει ο ποινικός νομοθέτης στον Έλληνα δικαστικό λειτουργό.
- Για να το πούμε απλά, μια ποινή φυλάκισης άνω του ενός (1) έτους για να μην εκτιθεί πρέπει να μετατραπεί και να «πληρωθεί», και πάνω από δύο (2) έτη οδηγεί αναπόδραστα στη φυλακή, ανεξάρτητα από την ποιότητα του ποινικού παρελθόντος του καταδικασθέντος. Άρα, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής γίνεται πλέον η εξαίρεση (ενώ ήταν ο κανόνας στα πλημμελήματα) κι ο χρόνος εγκλεισμού αυξάνεται, φέροντας τη φυλακή πιο «κοντά» για όλους.
Επιτρέψτε μου και ορισμένα εντοπισμένα σχόλια για επιμέρους ποινικά αδικήματα:
- Το προβλεπόμενο κατώτατο όριο της φυλάκισης των δύο ετών στην ανθρωποκτονία εξ αμελείας δεν λαμβάνει υπόψη του περιπτώσεις στις οποίες συντρέχει υψηλός βαθμός συνυπαιτιότητας του θύματος (ιδίως σε τροχαία ατυχήματα) και άλλες μειωτικές του βαθμού της αμέλειας του κατηγορουμένου περιστάσεις. Σημειωτέον ότι στον προϊσχύσαντα ΠΚ προβλεπόταν ελάχιστη ποινή τριών μηνών.
- Η κατάργηση της απλής δυσφήμησης ως αξιόποινης πράξης είναι επίσης ακατανόητη. Ο ΠΚ (υπό τις προγενέστερες διατάξεις) προστάτευε την τιμή και την υπόληψη με ένα προσεκτικά εναρμονισμένο πλέγμα διατάξεων που εξασφάλιζαν την ορθή ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης και της προστασίας της τιμής και της υπόληψης που δικαιούνται «απόλυτης» προστασίας σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 5 παρ. 2). Οι διατάξεις αυτές έχουν τύχει πλήρους επεξεργασίας από την νομολογία των ποινικών και των αστικών δικαστηρίων και εφαρμόζονται χωρίς προβλήματα. Η νομοθετική επέμβαση ανατρέπει πλήρως το κατά τα ανωτέρω ισορροπημένο σύστημα προστασίας και επιτρέπει την ατιμωρητί προβολή συκοφαντικών ισχυρισμών με ενδεχόμενο δόλο αλλά και την διάδοση αληθών γεγονότων που ανάγονται στην συνταγματικώς προστατευόμενη ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (άρθρο 9 παρ. 1 εδ β΄ Συντάγματος).
- Τέλος, αυξάνονται τα δικαστικά δαπανήματα, καθώς εισάγεται, με άμεση μάλιστα ισχύ, παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), για τα απολύτως κατ’ έγκληση διωκόμενα εγκλήματα.
Η αποτίμηση των αλλαγών είναι θλιβερή: η άκριτη αυστηροποίηση των ποινών κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και της εξατομίκευσης της ποινής, οδηγούν σε βαθιά αλλοίωση της ψυχής του κράτους δικαίου. Απομακρυνόμαστε δυστυχώς από την ευρωπαϊκή παράδοση, ακολουθώντας έναν μονήρη δρόμο. Ιδίως με τις αλλαγές στην αναστολή, μπορούμε να πούμε ότι η στέρηση της ελευθερίας, γίνεται από έσχατο (ultima ratio) το βασικό, πια, μέσο άσκησης της αντεγκληματικής πολιτικής.
Οι νέες προβλέψεις δεν αφορούν μόνο την νομική κοινότητα αλλά πρωτίστως την κοινωνία, η οποία θα πρέπει να αντιληφθεί ότι με την εφαρμογή τους δημιουργείται ένα μεγάλο πλήθος εν δυνάμει κρατουμένων. Όπως προσφυώς ειπώθηκε σχετικά «οι μνήμες της «σωφρονιστικής αποικίας» του Κάφκα, αποτελούν τώρα ορατό εφιάλτη»!
Οι έχοντες την ευθύνη της νομοθέτησης ας θυμούνται, όμως, προπαντός, τούτο: Ο ποινικός νομοθέτης οφείλει να μη λησμονεί ούτε στιγμή ότι η Δικαιοσύνη απονέμεται στο όνομα του Ελληνικού λαού και μόνον, υπό τις εγγυήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Κάθε έκπτωση, στο πεδίο της ποινικής νομοθεσίας, συνιστά ήττα για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου.