Χριστίνα Κατωπόδη
Με αφορμή τη φωτογραφία του Samuel Aranda και τη Γιορτή της Μητέρας
Υπάρχουν εικόνες που δεν κοιτάς· σε κοιτούν. Σου γδέρνουν την επιφάνεια, σου αφαιρούν την άμυνα της απόστασης και σε τοποθετούν εκεί, στη μέση της ανθρώπινης τραγωδίας, ακριβώς δίπλα. Η φωτογραφία του Samuel Aranda, βραβευμένη με το World Press Photo του 2011, είναι μία τέτοια εικόνα: μια Μητέρα, η Φατιμά, κρατά σφιχτά τον γιο της Ζαΐν, φοιτητή ιατρικής, τραυματισμένο, ασφυκτιώντας από τα δακρυγόνα, μέσα στην κόλαση της επανάστασης στην Υεμένη.
Το σώμα του γιου γέρνει νεκρικά πάνω της· εκείνη τον αγκαλιάζει με τον απόλυτο τρόπο. Είναι μια Πιετά της Ανατολής, όχι από μάρμαρο, αλλά από αίμα και αναπνοή, πόνο και πίστη. Δεν έχει πρόσωπο – φορά νικάμπ – αλλά αυτό δεν στερεί τίποτα. Αντίθετα: τη μετατρέπει σε αρχέτυπο. Δεν είναι μόνο η Φατιμά. Είναι κάθε μητέρα σε κάθε γωνιά του κόσμου που γονάτισε κρατώντας το παιδί της μέσα στο χάος. Είναι η μορφή της αντίστασης και της τρυφερότητας μαζί. Η γη όταν δέχεται πίσω το παιδί της· η ζωή όταν την εξαντλούν.
Η εικόνα γεννήθηκε στο Σαναά, τον Οκτώβριο του 2011. Στην καρδιά της Αραβικής Άνοιξης, όταν οι δρόμοι πλημμύριζαν από νέους ανθρώπους που απαιτούσαν ένα αύριο. Ο Ζαΐν, 18 χρονών τότε, φοιτητής και οδηγός ταξί για να πληρώνει τα δίδακτρα, βρέθηκε στο πεδίο όχι ως ήρωας, αλλά ως πολίτης. Οι διαδηλώσεις χτυπήθηκαν βάναυσα από τις δυνάμεις του καθεστώτος. Όταν έπεσε το ρεύμα και τα τηλέφωνα σίγησαν, η μητέρα του ανησύχησε. Δεν χρειάστηκε να της το πει κανείς: ήξερε. Ήξερε ότι ήταν εκεί.
Η Φατιμά τον έψαξε σε νοσοκομεία, σε αίθουσες, σε διαδρόμους. Τον βρήκε σκυμμένο, σχεδόν άψυχο, να δυσκολεύεται να αναπνεύσει. Από τα δακρυγόνα. Από την καταστολή. Από τον κόσμο που δεν μπορεί να αναπνεύσει. Και τότε, χωρίς δεύτερη σκέψη, τον κράτησε όπως κρατά κανείς κάτι ιερό: με τα χέρια, με το σώμα, με την ψυχή. Η φωτογραφία αποτυπώνει εκείνο το δευτερόλεπτο που όλα τα υπόλοιπα σβήνουν. Η πολιτική, η καταγωγή, η ιστορία. Απομένει μόνο το ένα και το αιώνιο: η σχέση μητέρας και παιδιού.
Κάθε χρόνο, η Ημέρα της Μητέρας προσπαθεί να χωρέσει το άρρητο μέσα σε κάρτες και γλυκόλογα. Όμως η μητρότητα δεν είναι γιορτή. Είναι πράξη. Είναι πράξη εναντίωσης στον θάνατο. Είναι παρουσία στο πεδίο της μάχης – κυριολεκτικά ή συμβολικά. Είναι το σώμα που γίνεται ασπίδα, το βλέμμα που ψάχνει μέσα σε σωρούς πτωμάτων, η φωνή που δεν σιωπά όταν όλα τριγύρω σωπαίνουν.
Η μητρότητα δεν είναι “συναίσθημα” – είναι επιβίωση. Δεν είναι ρόλος – είναι κατάσταση ύπαρξης. Είναι η δύναμη εκείνη που ακόμα κι όταν όλα καταρρέουν, κρατά κάτι όρθιο. Είναι εκείνη που δεν χρειάζεται φωνή· η σιωπή της είναι πιο εκκωφαντική από κάθε ιαχή. Όπως στη φωτογραφία του Aranda: καμία λέξη, και όμως, η αγκαλιά της Φατιμά φωνάζει ολόκληρη την αλήθεια του κόσμου.
Σε μια εποχή όπου οι μητέρες συνεχίζουν να χάνουν παιδιά σε σύνορα, πολέμους, βάρκες και διαδηλώσεις, η Φατιμά γίνεται το πορτρέτο όλων. Μητέρες στη Γάζα, στην Ουκρανία, στο Αιγαίο, στα Εξάρχεια. Μητέρες που περιμένουν έξω από εντατικές, από κρατητήρια, από σιωπές. Εκείνες που δεν έκαναν “το καθήκον τους”, αλλά πέρασαν πέρα από το καθήκον, στην άγραφη και παντοτινή υπόσχεση:
“Θα είμαι εκεί. Ό,τι κι αν γίνει.”
Αυτό είναι το πρόσωπο της μητέρας στον 21ο αιώνα. Όχι γλυκανάλατο, αλλά σπαρακτικό. Όχι αδύναμο, αλλά απέραντα ισχυρό. Όχι απαρχαιωμένο, αλλά πιο επίκαιρο από ποτέ.
Η Φατιμά δεν κοίταξε γύρω της να δει αν υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι· δεν την ένοιαζε. Ο κόσμος της είχε ήδη γίνει ένα σώμα που ήξερε καλά. Δεν έκλαιγε γιατί τον έχασε – έκλαιγε γιατί τον βρήκε. Κι εκεί, στο πάτωμα ενός νοσοκομείου της Υεμένης, γεννήθηκε κάτι μεγαλύτερο από νίκη ή ήττα: Η εικόνα της μητρότητας ως το τελευταίο, αναντικατάστατο ανάχωμα απέναντι στη βαρβαρότητα