Χριστίνα Κατωπόδη
Στα φετινά Grammys ακούστηκε, για ακόμη μία φορά, η φράση «no one is illegal on stolen land». Ένα σύνθημα με σαφή ιστορική αναφορά και προφανή ηθική πρόθεση που έχει αποκτήσει σχεδόν κανονιστικό χαρακτήρα στον δυτικό δημόσιο λόγο, ειπωμένο όμως σε ένα από τα πιο αποστειρωμένα και ασφαλή περιβάλλοντα δημόσιου λόγου παγκοσμίως. Και κάπου εκεί γεννιέται η αμηχανία, όχι για το τι λέγεται, αλλά για το πώς και κυρίως από πού.
Η αποικιοκρατία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη συγκρότηση της σύγχρονης Δύσης που οικοδομήθηκε πάνω στη βία, την εκδίωξη και την εξόντωση αυτόχθονων πληθυσμών, καθώς και στη δημιουργία κρατών μέσω κατάκτησης και επιβολής. Με τον ίδιο τρόπο, η μεταναστευτική πολιτική –ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες– παραμένει σε μεγάλο βαθμό απάνθρωπη, αντιμετωπίζοντας ανθρώπους ως απειλή και όχι ως ζωές με δικαιώματα. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι η ιστορική βάση της φράσης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή χρησιμοποιείται και κυρίως το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρθρώνεται.
Η φράση «κανείς δεν είναι παράνομος» παρουσιάζεται ως απόλυτο ηθικό αξίωμα, χωρίς πολιτικό ή νομικό πλαίσιο. Αγνοεί ότι ο κόσμος λειτουργεί με κράτη, νόμους και διεθνείς συμβάσεις μηχανισμούς που μπορούν να κριθούν, να αμφισβητηθούν, να αναδιαμορφωθούν ή να μεταρρυθμιστούν δεν μπορεί όμως να εξαφανιστούν μέσω μιας ρητορικής ακύρωσης. Όταν ο λόγος αποσυνδέεται πλήρως από την εφαρμογή, παύει να είναι πολιτικός και μετατρέπεται σε συμβολικό.
Το πρόβλημα της συγκεκριμένης διατύπωσης είναι ότι υποκαθιστά τη σύνθετη πολιτική συζήτηση με μια γενική ηθική διακήρυξη. Δεν απαντά στο πώς μπορεί να υπάρξει ένα δικαιότερο σύστημα μετακίνησης, ασύλου ή ένταξης. Δεν προτείνει εναλλακτικές δομές. Αρκείται σε μια συνολική απόρριψη της έννοιας της «παρανομίας», χωρίς να αγγίζει τις υλικές συνθήκες που την παράγουν. Σε αυτό το σημείο, η θέση του ομιλητή αποκτά καθοριστική σημασία. Οι δηλώσεις αυτές εκφέρονται, κατά κανόνα, από πρόσωπα που βρίσκονται στον πυρήνα του δυτικού συστήματος ισχύος. Πολίτες χωρών με ισχυρά διαβατήρια, πλήρη νομική προστασία και απρόσκοπτη πρόσβαση στη μετακίνηση. Άνθρωποι για τους οποίους η νομιμότητα δεν αποτελεί απειλή, αλλά προϋπόθεση της ασφάλειάς τους. Η ρητορική κατάργηση της «παρανομίας» δεν τους αφορά εμπειρικά τους αφορά μόνο συμβολικά.
Η χρήση του συνθήματος σε αυτό το πλαίσιο λειτουργεί λιγότερο ως πολιτική παρέμβαση και περισσότερο ως πράξη αυτοτοποθέτησης. Πρόκειται για έναν λόγο που δηλώνει αξιακή απόσταση από τις κρατικές πρακτικές, χωρίς να αμφισβητεί ουσιαστικά τις δομές που τις καθιστούν δυνατές. Η φράση δεν συγκρούεται με την εξουσία· συνυπάρχει μαζί της. Δεν διαταράσσει το σύστημα· το σχολιάζει από θέση ασφάλειας. Ιδιαίτερα στον αμερικανικό δημόσιο λόγο, η διάδοση του συγκεκριμένου συνθήματος μοιάζει συχνά να εξυπηρετεί μια ανάγκη ηθικής διαφοροποίησης. Σε ένα περιβάλλον όπου η μεταναστευτική πολιτική χαρακτηρίζεται από έντονη καταστολή, η δημόσια υιοθέτηση ενός ριζοσπαστικού λεξιλογίου λειτουργεί ως δήλωση όχι απαραίτητα πολιτικής πρότασης, αλλά ταυτότητας.
Όμως παρά τη διάδοση τέτοιων φράσεων, οι μηχανισμοί ελέγχου παραμένουν ενεργοί. Οι απελάσεις συνεχίζονται, οι κρατήσεις διαιωνίζονται, οι θάνατοι στα σύνορα πολλαπλασιάζονται. Το σύνθημα δεν παρεμβαίνει σε αυτή τη διαδικασία λειτουργεί παράλληλα με αυτήν χωρίς να την επηρεάζει ουσιαστικά. Η αναφορά στην αποικιοκρατική ιστορία, αν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένη πολιτική συνέπεια, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ρητορική εκτόνωση. Η αναγνώριση της ιστορικής αδικίας δεν αρκεί, όταν δεν συνεπάγεται ανακατανομή ισχύος ή πόρων. Διαφορετικά, λειτουργεί περισσότερο ως συμβολική εξιλέωση παρά ως πράξη ευθύνης.
Σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα δεν έγκειται στο αν η φράση «no one is illegal on stolen land» είναι ηθικά ορθή. Έγκειται στο γεγονός ότι, στον τρόπο που χρησιμοποιείται, είναι πολιτικά ανεπαρκής. Δεν διαταράσσει, δεν δεσμεύει, δεν απαιτεί. Προσφέρει τη βεβαιότητα της σωστής πλευράς χωρίς την ανασφάλεια της σύγκρουσης. Οι λέξεις έχουν ισχύ, αλλά μόνο όταν συνδέονται με τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκφέρονται. Όταν αποσπώνται από αυτές, μετατρέπονται σε διακοσμητικά στοιχεία του δημόσιου λόγου. Και τότε, ακόμη και η πιο σωστή φράση καταλήγει να είναι απλώς άνετη.