Χριστίνα Κατωπόδη
Πριν από λίγες μέρες έπεσα πάνω σε ένα βίντεο που, με την πρώτη ματιά, έμοιαζε με ακόμη ένα από αυτά τα αποσπάσματα που κυκλοφορούν ασταμάτητα στα social media. Μια creator προσπαθούσε να εξηγήσει σε έναν άνδρα φίλο της γιατί οι γυναίκες συχνά νιώθουν άβολα, εκτεθειμένες ή και φοβισμένες απέναντι σε συμπεριφορές που οι ίδιοι οι άνδρες επιμένουν να βαφτίζουν «αθώες», «χαλαρές» ή «απλώς φλερτ». Δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που τίθεται αυτό το ζήτημα. Κι όμως, ο τρόπος που επέλεξε να το κάνει, αποκάλυψε κάτι πολύ πιο βαθύ από την ίδια τη διαφωνία.
Για να τον κάνει να καταλάβει, του έθεσε ένα υποθετικό δίλημμα: αν η κόρη σου βρισκόταν μόνη της σε ένα δάσος, θα προτιμούσες να συναντήσει έναν άγνωστο άνδρα ή μια αρκούδα; Η ερώτηση δεν ήταν πρωτότυπη. Έχει κυκλοφορήσει ευρέως ως ένα είδος «σοκ τεστ» ενσυναίσθησης. Αυτό που έχει ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι το ίδιο το δίλημμα, αλλά ο μηχανισμός που ενεργοποιεί. Γιατί δεν απευθύνεται στη γενική αρχή του σεβασμού ή της ασφάλειας· απευθύνεται σε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και πολύ πιο προσωπικό.
Η αντίδρασή του (μια παύση, μια σκέψη, η σιωπηλή κατανόηση) ήταν το σημείο που εκείνη περίμενε. Κι όμως, εκεί ακριβώς βρίσκεται και το πρόβλημα. Γιατί χρειάστηκε να επιστρατευτεί η εικόνα της «κόρης» για να ενεργοποιηθεί η ενσυναίσθηση; Γιατί η κατανόηση δεν μπορούσε να προκύψει από μια απλή, αυτονόητη παραδοχή ότι οι γυναίκες, ανεξαρτήτως σχέσης, έχουν δικαίωμα να νιώθουν ασφαλείς;
Γιατί η ασφάλεια μιας γυναίκας γίνεται αντιληπτή μόνο όταν συνδέεται με έναν ρόλο που αφορά άμεσα έναν άνδρα, την κόρη του, τη μητέρα του, την αδελφή του, τη σύντροφό του;
Η ευκολία με την οποία ενεργοποιήθηκε ένας τόσο οικείος μηχανισμός και από τους δύο δείχνει έναν μηχανισμό βαθιά ριζωμένο, που δεν αφορά μόνο τους άνδρες, αλλά και τις ίδιες τις γυναίκες που συνειδητά ή ασυνείδητα τον αναπαράγουν. Γιατί, τελικά, ακόμη και μέσα σε μια προσπάθεια διεκδίκησης, καταφεύγουμε σε ένα επιχείρημα που δεν αμφισβητεί τη βάση του προβλήματος, αλλά την επιβεβαιώνει.
Έχουμε μάθει να διεκδικούμε σεβασμό όχι ως αυτονόητο ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά ως κάτι που πρέπει να «δικαιολογηθεί» μέσα από μια σχέση. Σαν να χρειάζεται μια γυναίκα να είναι «κάποιου» για να αξίζει προστασία. Σαν η αξία της να μην είναι εγγενής, αλλά δανεική και εξαρτημένη από το πώς την τοποθετεί ένας άνδρας μέσα στο δικό του σύστημα αναφορών.
Αυτό το σχήμα δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε σύγχρονο. Αντίθετα, αποτελεί κομμάτι μιας βαθύτερης πολιτισμικής και ψυχολογικής δομής που διαπερνά δεκαετίες -αν όχι αιώνες- και επανεμφανίζεται με διαφορετικά πρόσωπα σε κάθε εποχή. Το βλέπουμε στη δημόσια συζήτηση όταν μια γυναίκα «κρίνεται» με βάση το τι φορούσε. Το βλέπουμε στα σχόλια κάτω από ειδήσεις έμφυλης βίας, όπου η αξιολόγηση της «ηθικής» της προηγείται της ίδιας της πράξης. Το βλέπουμε στην ποπ κουλτούρα, στα τραγούδια, στις σειρές, στις καθημερινές κουβέντες, όπου οι γυναίκες εξακολουθούν να τοποθετούνται σε κουτάκια όπως «καλή κοπέλα» ή «εύκολη», «για σπίτι» ή «για διασκέδαση».
Αυτή η διχοτόμηση δεν είναι απλώς κοινωνική έχει και ψυχολογική ρίζα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λεγόμενη διάκριση «Μαντόνα-πόρνη», που έχει περιγραφεί από τον Σίγκμουντ Φρόιντ. Με απλά λόγια, πρόκειται για έναν μηχανισμό μέσω του οποίου η γυναικεία ταυτότητα διασπάται σε δύο ασύμβατες κατηγορίες: τη γυναίκα που αξίζει σεβασμό και τη γυναίκα που επιτρέπεται να επιθυμηθεί αλλά όχι να εκτιμηθεί ισότιμα.
Και εδώ ακριβώς κουμπώνει το παράδειγμα με την «κόρη στο δάσος». Δεν είναι απλώς ένα συναισθηματικό επιχείρημα είναι η ενεργοποίηση αυτής της βαθιάς, σχεδόν αυτόματης κατηγοριοποίησης. Η «κόρη» τοποθετείται ακαριαία στη σφαίρα της προστατευόμενης, της «καλής», της άξιας φροντίδας. Δεν είναι μια οποιαδήποτε γυναίκα, είναι μια γυναίκα που ανήκει, που συνδέεται, που ορίζεται μέσα από έναν άνδρα. Κι έτσι γίνεται, επιτέλους, άξια ασφάλειας.
Σύμφωνα με αυτή την ψυχαναλυτική προσέγγιση, πολλοί άνδρες τείνουν σε διαφορετικό βαθμό να κατηγοριοποιούν τις γυναίκες σε δύο αντιθετικές κατηγορίες: από τη μία η «Μαντόνα», η αγνή, ηθική, μητρική φιγούρα, άξια σεβασμού και προστασίας από την άλλη η «πόρνη», η σεξουαλικά απελευθερωμένη γυναίκα, που συχνά αντιμετωπίζεται με λιγότερο σεβασμό ή ακόμη και υποτίμηση.
Τι γίνεται όμως με τις υπόλοιπες γυναίκες; Εκείνες που δεν έχουν κάποιον να τις «ορίσει» μέσα από μια σχέση; Εκείνες που είναι απλώς άνθρωποι στον δρόμο; Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι κάποιοι άνδρες σκέφτονται έτσι. Είναι ότι αυτό το σχήμα είναι τόσο εδραιωμένο, ώστε ακόμη και όταν προσπαθούμε να το καταρρίψουμε, καταλήγουμε να το χρησιμοποιούμε ως εργαλείο πειθούς.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική πρόκληση να αποσυνδέσουμε τον σεβασμό από τη συγγένεια. Να πάψουμε να εξηγούμε γιατί «θα μπορούσε να είναι η κόρη σου» και να αρχίσουμε να λέμε το αυτονόητο ότι είναι άνθρωπος.
Γιατί όσο ο σεβασμός εξαρτάται από το αν μια γυναίκα ανήκει σε μια κατηγορία «αγνότητας» ή σε έναν κύκλο «οικειότητας», τόσο θα παραμένει υπό όρους. Και ο σεβασμός υπό όρους δεν είναι πραγματικός σεβασμός αλλά προνόμιο.