Πέμπτη, 26 Μαρτίου, 2026
18 C
Athens
Πέμπτη, 26 Μαρτίου, 2026

    Στο Ιράν της Betty Mahmoody δεν υπήρχε επιστροφή

    Αποθήκευση δημοσίευσης
    Αποθηκεύθηκε

    Χριστίνα Κατωπόδη

    Κάθε φορά που το Ιράν επιστρέφει στα πρωτοσέλιδα, κάθε φορά που μια γυναίκα αφαιρεί τη μαντίλα της μπροστά σε μια κάμερα ή συλλαμβάνεται επειδή διεκδικεί το αυτονόητο, η δημόσια συζήτηση στη Δύση μοιάζει να ανακαλύπτει ξανά κάτι που ποτέ δεν σταμάτησε να συμβαίνει. Μιλάμε για «εκείνες τις γυναίκες», για «εκείνη τη χώρα», σαν να πρόκειται για μια μακρινή εξαίρεση. Κι όμως, πίσω από κάθε είδηση, υπάρχουν ιστορίες που δεν έγιναν ποτέ πρωτοσέλιδο. Ή που έγιναν, αλλά τις ξεχάσαμε.

    Μία από αυτές είναι η ιστορία της Betty Mahmoody και του βιβλίου της Without my daughter. Όχι απλώς μια «συγκλονιστική αληθινή ιστορία», όπως συχνά παρουσιάστηκε, αλλά μια ωμή καταγραφή του πώς η πατριαρχία, όταν συναντά τον νόμο και τη γεωπολιτική, μπορεί να μετατραπεί σε απόλυτο εγκλωβισμό.

    Η Betty παντρεύεται τον Sayyed Bozorg “Moody” Mahmoody, έναν Ιρανό γιατρό που ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ζωή τους, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, είναι -τουλάχιστον εξωτερικά- ενταγμένη στο αμερικανικό όνειρο: μια μικροαστική κανονικότητα, ένα παιδί, μια αίσθηση σταθερότητας. Το 1984, εκείνος της προτείνει ένα ταξίδι στο Ιράν για να γνωρίσει η κόρη τους την οικογένειά του. Εκείνη διστάζει, αλλά τελικά πείθεται με τη ρητή διαβεβαίωση ότι θα μείνουν μόνο για δύο εβδομάδες. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι απλώς μια «κακή τροπή». Είναι μια σταδιακή απογύμνωση από κάθε δικαίωμα.

    Μόλις φτάνουν στην Τεχεράνη, η συμπεριφορά του συζύγου αλλάζει. Από έναν άνδρα που λειτουργούσε έστω επιφανειακά μέσα σε ένα δυτικό πλαίσιο ισότητας, μετατρέπεται σε μια φιγούρα απόλυτης εξουσίας. Της ανακοινώνει ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουν στις ΗΠΑ. Το διαβατήριό της ουσιαστικά παύει να έχει αξία. Η ίδια, ως σύζυγος Ιρανού πολίτη και μητέρα ενός παιδιού που θεωρείται επίσης Ιρανός πολίτης, δεν έχει νομική δυνατότητα να φύγει από τη χώρα χωρίς την άδεια του άνδρα της.

    Και εδώ η προσωπική παγίδα συναντά την ιστορία. Μετά την Ιρανική Επανάσταση, οι σχέσεις μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν είχαν καταρρεύσει. Η κρίση των ομήρων στο Ιράν είχε αφήσει πίσω της βαθιά πολιτική και διπλωματική ρήξη καθώς οι διπλωματικές σχέσεις είχαν διακοπεί, οι αμερικανικές αρχές δεν είχαν ουσιαστική παρουσία στη χώρα, και κάθε έννοια προξενικής προστασίας για πολίτες όπως η Mahmoody ήταν στην πράξη ανύπαρκτη.

    Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό και πολύ σκληρό: δεν υπήρχε «έξω» για να απευθυνθεί. Δεν υπήρχε πρεσβεία να καταφύγει, δεν υπήρχε κράτος να τη διεκδικήσει. Η γεωπολιτική ένταση δεν ήταν απλώς φόντο αλλά μέρος του εγκλωβισμού της.

    Γιατί δεν μιλάμε μόνο για έναν βίαιο γάμο. Μιλάμε για τη στιγμή που η ιδιωτική εξουσία ενός άντρα συναντά ένα κράτος που δεν τη φρενάρει και μια διεθνή συγκυρία που την αφήνει ανεξέλεγκτη. Είναι εύκολο να διαβάσεις το without my daughter σαν μια ιστορία από «αλλού». Πιο δύσκολο είναι να δεχτείς ότι αυτό που περιγράφει δεν είναι εξαίρεση, αλλά ακραία εκδοχή ενός μηχανισμού που υπάρχει παντού. Όταν μια γυναίκα χάνει την οικονομική, νομική ή κοινωνική της αυτονομία, η εξουσία μέσα στη σχέση μετατρέπεται πολύ γρήγορα σε έλεγχο. Και ο έλεγχος, αν δεν περιοριστεί, γίνεται βία.

    Η συζήτηση γύρω από το βιβλίο για χρόνια πήγε αλλού. Στο αν αδικεί το Ιράν. Στο αν γενικεύει. Στο αν αναπαράγει στερεότυπα για το Ισλάμ. Είναι μια συζήτηση που έχει αξία αλλά είναι και βολική. Γιατί μετατοπίζει την προσοχή από το προφανές: ότι η εμπειρία που περιγράφεται ήταν εφικτή. Νόμιμη, σε μεγάλο βαθμό. Εφικτή όχι επειδή «έτυχε», αλλά επειδή το σύστημα το επέτρεπε. Και εδώ βρίσκεται η πραγματική δυσκολία για όποιον θέλει να τοποθετηθεί σοβαρά: πώς μιλάς για αυτή την ιστορία χωρίς να τη μετατρέψεις είτε σε πολιτισμικό κατηγορώ είτε σε κάτι που απομακρύνεται;

    Και πάνω σε αυτήν την προσωπική παγίδα έρχεται να προστεθεί το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Όταν η Mahmoody κατεβαίνει από το αεροδρόμιο χωρίς μαντήλα, δεν αντιμετωπίζει απλώς την κοινωνική δυσφορία. Η αστυνομία ηθών της επιτίθεται αμέσως, υπενθυμίζοντάς της ότι η εξωτερική εμφάνιση, το φύλο και η υπακοή στους κανόνες είναι νομοθετημένα και επιτηρούμενα. Η βία που βιώνει δεν είναι μόνο προσωπική είναι ενσωματωμένη στην κουλτούρα, στη θρησκεία και στο κράτος. Η Mahmoody δεν παγιδεύεται μόνο από έναν άντρα· παγιδεύεται από έναν συνδυασμό προσωπικής εξουσίας και κοινωνικού-πολιτισμικού καθεστώτος. Το Ισλάμ και οι θεσμοί που το εφαρμόζουν γίνονται όπλο στα χέρια ενός άντρα που θέλει πλήρη έλεγχο. Η καθημερινότητά της στενεύει ασφυκτικά: υποχρεωτική ενδυμασία, περιορισμός στις μετακινήσεις, συνεχής επιτήρηση, βία σωματική και ψυχολογική. Κάθε στιγμή της ζωής της είναι πολιτική, κοινωνική και προσωπική ταυτόχρονα.

    Στην Ελλάδα, το βιβλίο διαβάστηκε κυρίως σαν μια έντονη ιστορία από μια «άλλη πραγματικότητα». Αλλά η αλήθεια είναι λιγότερο καθησυχαστική. Γιατί αν αφαιρέσεις τα γεωπολιτικά δεδομένα και το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, αυτό που μένει είναι ένας πολύ γνώριμος πυρήνας, μια γυναίκα που εξαρτάται από έναν άντρα για να κινηθεί, να φύγει, να προστατευτεί. Μια σχέση όπου η ανισορροπία δύναμης δεν είναι απλώς συναισθηματική αλλά κυρίως πρακτική. Και αυτό δεν είναι ξένο φαινόμενο. Απλώς εδώ δεν κορυφώνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ή δεν το ονομάζουμε έτσι.

    Η ιστορία της Betty Mahmoody έγινε παγκόσμια γιατί γράφτηκε, μεταφράστηκε, έγινε ταινία. Έγινε αφήγηση. Αυτό που δεν έγινε ποτέ αφήγηση είναι το πόσες αντίστοιχες ιστορίες δεν είχαν ποτέ έξοδο. Πόσες γυναίκες δεν βρήκαν δίκτυο, δεν βρήκαν σύνορα να περάσουν, δεν βρήκαν τρόπο να μιλήσουν. Και ίσως εκεί βρίσκεται το σημείο που αξίζει να σταθούμε σήμερα, κάθε φορά που «ανακαλύπτουμε» ξανά το Ιράν. Όχι στο σοκ της κάθε μεμονωμένης ιστορίας, αλλά στην ευκολία με την οποία την τοποθετούμε κάπου μακριά από εμάς.

    ΑΡΘΡΑ ΙΔΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Παρακαλούμε, εισάγετε το σχόλιό σας!
    Παρακαλούμε, εισάγετε το όνομά σας

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ