Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου, 2026
17 C
Athens
Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου, 2026

    Να ξανασυζητήσουμε ό,τι νομίζαμε ότι είχε ήδη λυθεί;

    Αποθήκευση δημοσίευσης
    Αποθηκεύθηκε

    Χριστίνα Κατωπόδη

    Στον δημόσιο λόγο δεν μετρά μόνο τι λέγεται, αλλά και από ποιον λέγεται. Οι λέξεις δεν αιωρούνται στο κενό· κουβαλούν το βάρος, το κύρος και τις προσδοκίες που συνοδεύουν εκείνον ή εκείνη που τις εκφράζει. Κι αυτό γίνεται ιδιαίτερα ορατό όταν η συζήτηση αγγίζει δικαιώματα που θεωρούσαμε -ίσως αφελώς- δεδομένα.

    Οι πρόσφατες δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις όχι επειδή εξέφρασαν μια «ακραία» ή απαγορευτική θέση, αλλά επειδή μετέφεραν τη μετατόπιση ενός κατοχυρωμένου δικαιώματος από το πεδίο της αυτοδιάθεσης στο πεδίο της δημόσιας διαβούλευσης. Όταν ένα τέτοιο σχόλιο διατυπώνεται από πρόσωπο με κοινωνικό κύρος και ευρεία αναγνωρισιμότητα, δεν λειτουργεί απλώς ως άποψη αλλά ως πλαίσιο.

    Η άμβλωση στην Ελλάδα είναι νόμιμη εδώ και δεκαετίες. Δεν αποτελεί εκκρεμές ζήτημα, ούτε «γκρίζα ζώνη» της νομοθεσίας. Κι όμως, αρκεί μια φράση του τύπου «να το συζητήσουμε ως κοινωνία» για να επιστρέψει στον δημόσιο λόγο ως θέμα που χρήζει επαναξιολόγησης, με όρους ηθικούς και συλλογικούς. Και αυτό, από μόνο του, είναι πολιτική πράξη. Δεν έχει σημασία αν η πρόθεση ήταν συναινετική ή «διαλογική». Η ουσία βρίσκεται αλλού καθώς όταν μεταφέρεις την απόφαση από το άτομο στο σύνολο, από τη γυναίκα στην κοινωνία, έχεις ήδη αλλάξει το σημείο εκκίνησης της συζήτησης. Η άμβλωση παύει να είναι δικαίωμα και γίνεται αντικείμενο κρίσης. Κάτι που μπορεί να τεθεί υπό όρους, να «ξανασκεφτεί», να ζυγιστεί.

    Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η βαρύτητα του προσώπου. Η Καρυστιανού δεν μιλά ως ανώνυμη φωνή στο διαδίκτυο. Μιλά ως πρόσωπο με ηθικό βάρος, με δημόσια αποδοχή, με μια εικόνα που για πολλούς συνδέεται με αξιοπιστία και ενσυναίσθηση. Όταν ένα τέτοιο πρόσωπο αμφισβητεί έστω και έμμεσα την αυτονόητη φύση ενός δικαιώματος, η αμφισβήτηση αποκτά νομιμοποίηση.

    Αυτό δεν σημαίνει ότι ο δημόσιος διάλογος πρέπει να είναι κλειστός ή αποστειρωμένος; Όχι, σημαίνει όμως ότι δεν ξεκινούν όλες οι συζητήσεις από ουδέτερο έδαφος. Ιδίως όταν μιλάμε για δικαιώματα που αφορούν συγκεκριμένα σώματα, συγκεκριμένες εμπειρίες, συγκεκριμένες κοινωνικές ανισότητες. Η «κοινωνία» που καλείται να αποφασίσει δεν είναι ένα αφηρημένο σύνολο αλλά μια πραγματικότητα με άνισους όρους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτές τις συζητήσεις σπάνια ακούμε τις φωνές των γυναικών που έχουν κάνει άμβλωση. Τις υλικές συνθήκες, τους φόβους, τις ανάγκες, τις ζωές τους. Αντί γι’ αυτό, ο λόγος γεμίζει με μεγάλες λέξεις όπως ηθική, αξίες, διάλογος, κοινωνία. Ένας λόγος αποστασιοποιημένος, που μιλά για τις γυναίκες χωρίς τις γυναίκες.

    Το πολιτικό σχόλιο εδώ δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο των δηλώσεων, αλλά στη στιγμή και στο περιβάλλον στο οποίο εκφέρονται. Σε μια περίοδο όπου διεθνώς βλέπουμε δικαιώματα να περιορίζονται όχι με βίαιες ανατροπές, αλλά με ήπιες επαναδιατυπώσεις, το να «ανοίγεις ξανά» ένα ζήτημα δεν είναι αθώο. Η οπισθοδρόμηση σπάνια έρχεται με απαγορεύσεις. Έρχεται με ερωτήματα. Και γι’ αυτό η αντίδραση δεν αφορά ένα πρόσωπο ή μια πρόθεση, αλλά ένα φαινόμενο, τη σταδιακή κανονικοποίηση της ιδέας ότι τίποτα δεν είναι οριστικό, ότι όλα μπορούν να τεθούν ξανά υπό συζήτηση  ακόμα και όσα αφορούν την αυτοδιάθεση του σώματος. Και τελικά, το θέμα δεν είναι η ελευθερία της άποψης αλλα αν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ορισμένες απόψεις, λόγω της θέσης από την οποία εκφέρονται, διαμορφώνουν πραγματικότητες και ότι, ειδικά όταν μιλάμε για δικαιώματα, το «να το ξαναδούμε» δεν είναι ποτέ μια ουδέτερη πρόταση.

    ΑΡΘΡΑ ΙΔΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Παρακαλούμε, εισάγετε το σχόλιό σας!
    Παρακαλούμε, εισάγετε το όνομά σας

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ