Σε φάση επίσημων διαβουλεύσεων εισέρχεται η διαδικασία αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, με την κυβέρνηση να προαναγγέλλει την πέμπτη διαδοχική αύξηση από το 2019. Πίσω όμως από τις εξαγγελίες, η εικόνα παραμένει απογοητευτική για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, καθώς η προβλεπόμενη αύξηση των 40 έως 50 ευρώ μεικτά –δηλαδή περίπου 25 έως 30 ευρώ καθαρά– θεωρείται ανεπαρκής μπροστά στη συνεχιζόμενη ακρίβεια.
Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, ο κατώτατος μισθός αναμένεται να ανέλθει από τα 880 ευρώ σήμερα στα 920 έως 930 ευρώ μεικτά. Ωστόσο, για τους 575.000 χαμηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα αλλά και τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, το όφελος εξανεμίζεται από το αυξημένο κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών, περιορίζοντας δραστικά την πραγματική αγοραστική δύναμη.
Η διαδικασία για το 2026–2027
Για τη διετία 2026–2027 θα ακολουθηθεί η υφιστάμενη θεσμική διαδικασία. Η Επιτροπή Συντονισμού της διαβούλευσης απευθύνει πρόσκληση σε επιστημονικούς και ερευνητικούς φορείς, οι οποίοι καλούνται να υποβάλουν εκθέσεις αξιολόγησης του ισχύοντος κατώτατου μισθού. Στη συνέχεια, τα υπομνήματα διαβιβάζονται στους κοινωνικούς εταίρους, με στόχο την προφορική διαβούλευση.
Το σύνολο των στοιχείων αποστέλλεται στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, το οποίο συντάσσει το σχέδιο πορίσματος. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την εισήγηση της υπουργού Εργασίας προς το υπουργικό συμβούλιο, ώστε ο νέος κατώτατος μισθός και το κατώτατο ημερομίσθιο να καθοριστούν έως τον Μάρτιο και να εφαρμοστούν από την 1η Απριλίου.
Οι τρεις παράγοντες που καθορίζουν την αύξηση
Η συζήτηση για το ύψος της αναπροσαρμογής επηρεάζεται από τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, την επίμονη ακρίβεια και την ανάγκη στήριξης της αγοραστικής δύναμης των χαμηλόμισθων. Δεύτερον, την επανενεργοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, που εκτιμάται ότι μπορεί να συμπαρασύρει ανοδικά τους μισθούς. Τρίτον, το πολιτικό χρονοδιάγραμμα, καθώς κυβερνητικός στόχος είναι η διαμόρφωση αισθητά υψηλότερου κατώτατου μισθού έως την άνοιξη του 2027.
Τι σημαίνει για Δημόσιο και ένστολους
Ο κατώτατος μισθός ισχύει ενιαία για ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Στο Δημόσιο, η αύξηση ενσωματώνεται οριζόντια στους βασικούς μισθούς όλων των μισθολογικών κλιμακίων και κατηγοριών (ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ), οδηγώντας σε αύξηση περίπου 40 ευρώ τον μήνα.
Για τους ένστολους, οι αυξήσεις διαφοροποιούνται ανά βαθμίδα: έως 276 ευρώ για ανώτερους αξιωματικούς, περίπου 128 ευρώ για υπαξιωματικούς και 103 ευρώ για κατώτερες κατηγορίες. Στην Ελληνική Αστυνομία, η μέση αύξηση εκτιμάται στα 111 ευρώ μηνιαίως.
Φορολογικές ελαφρύνσεις από το 2026
Η αναπροσαρμογή συνδέεται άμεσα με τις φορολογικές αλλαγές που τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026. Η μείωση της παρακράτησης φόρου αναμένεται να ενισχύσει το καθαρό εισόδημα μισθωτών και συνταξιούχων, με ιδιαίτερη έμφαση στους νέους εργαζόμενους έως 30 ετών. Για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, οι εργαζόμενοι έως 25 ετών θα έχουν μηδενική φορολογική επιβάρυνση.
Συμπιεσμένες οι μέσες αποδοχές
Παρά τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού, οι μέσες αποδοχές παραμένουν «συμπιεσμένες», σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος. Η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις και η χαμηλή παραγωγικότητα λειτουργούν ως φρένο στη διάχυση των αυξήσεων προς τα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια.
Αντίστοιχη είναι και η επισήμανση του ΟΟΣΑ, ο οποίος τονίζει ότι οι μισθολογικές αυξήσεις πρέπει να συμβαδίζουν με την παραγωγικότητα, ώστε να αποφεύγονται πληθωριστικές πιέσεις.
Αλλαγή μοντέλου από το 2028
Από το 2028 αλλάζει ριζικά ο τρόπος καθορισμού του κατώτατου μισθού, με την εφαρμογή μαθηματικού τύπου βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οδηγίας για επαρκείς κατώτατους μισθούς. Ο μηχανισμός θα λαμβάνει υπόψη τον πληθωρισμό –ιδίως για τα χαμηλά εισοδήματα– και την αύξηση της παραγωγικότητας, με στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ.
Το νέο σύστημα προβλέπει ότι ο κατώτατος μισθός δεν θα μπορεί να μειωθεί και επεκτείνει για πρώτη φορά την προστασία και στους εργαζόμενους στο Δημόσιο, ενισχύοντας παράλληλα τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων σε περιόδους οικονομικών αναταράξεων.