-
Ο στόχος ενόψει των εθνικών εκλογών
-
Το νέο περιβάλλον στην οικονομία
-
Ποιες είναι οι προτάσεις των εταίρων
-
Η σημασία των συλλογικών συμβάσεων
Νέο τοπίο στην οικονομία επιχειρεί να διαμορφώσει η κυβέρνηση, η οποία προχωράει σε νέα αύξηση του κατώτατου μισθού με στόχο να αντιμετωπιστούν οι δυσμενείς επιπτώσεις του πληθωρισμού.
Αντώνης Κατωπόδης
Η χώρα τα τελευταία χρόνια βιώνει μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία, η οποία αποτυπώνεται στις υψηλές τιμές σε βασικά καταναλωτικά αγαθά, αλλά και στα ενοίκια των διαμερισμάτων.
Θύματα αυτής της νέας πραγματικότητας είναι η μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας, ακόμη και τα μεσαία εισοδήματα, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους.
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει το πρόβλημα και, με δεδομένο ότι την άνοιξη του 2027 η χώρα θα οδηγηθεί στις κάλπες, θέλει να φέρει ξανά κοντά της κρίσιμα στρώματα της κοινωνίας που για διάφορους λόγους έχουν απομακρυνθεί από τη Ν.Δ.
Στην ουσία δηλαδή στόχος είναι να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια, που αποτελεί το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η ακρίβεια άλλωστε δεν είναι ένα αφηρημένο οικονομικό μέγεθος, αλλά ο δύσκολος και μάλιστα καθημερινός εφιάλτης για χιλιάδες νοικοκυριά, που με τους μισθούς που λαμβάνουν δεν μπορούν να βγάλουν τον μήνα.
Οι τιμές των τροφίμων, της ενέργειας και των βασικών υπηρεσιών έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, γεγονός που συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ίδια τους τη ζωή.
Παράλληλα, η στεγαστική κρίση σε μεγάλα αστικά κέντρα έχει οδηγήσει σε εκτόξευση των ενοικίων, καθιστώντας δυσβάσταχτο το κόστος στέγασης, ιδιαίτερα για τους νέους εργαζόμενους και τα νέα ζευγάρια. Σε αυτό το περιβάλλον, η ενίσχυση των αποδοχών και ιδίως του κατώτατου μισθού προβάλλει ως βασικό εργαλείο άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και τόνωσης της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Τα μνημόνια
Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας. Στα χρόνια των μνημονίων, η ελληνική οικονομία βρέθηκε αντιμέτωπη με βαθιά ύφεση, υψηλή ανεργία και δραστικές περικοπές εισοδημάτων.
Ο κατώτατος μισθός μειώθηκε σημαντικά, ως μέρος των δημοσιονομικών προσαρμογών, οδηγώντας σε αισθητή υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου μεγάλου μέρους των εργαζομένων. Οι μειώσεις εκείνης της περιόδου είχαν ως αποτέλεσμα να παγιωθεί ένα περιβάλλον χαμηλών αποδοχών, με περιορισμένες δυνατότητες κατανάλωσης και αποταμίευσης.
Νέο περιβάλλον
Σήμερα, το οικονομικό περιβάλλον είναι διαφορετικό, καθώς η οικονομία έχει επιστρέψει σε αναπτυξιακή τροχιά, η ανεργία έχει μειωθεί αισθητά σε σχέση με τα επίπεδα-ρεκόρ της κρίσης. Επίσης, η δημοσιονομική σταθερότητα επιτρέπει στην κυβέρνηση μεγαλύτερα περιθώρια παρεμβάσεων, κάτι που γίνεται σαφές από τις έμμεσες αυξήσεις στους μισθούς στις αρχές του χρόνου.
Αλλεπάλληλες αυξήσεις
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση προχώρησε τα τελευταία χρόνια σε αλλεπάλληλες αυξήσεις του κατώτατου μισθού, επιχειρώντας να αποκαταστήσει μέρος των απωλειών και να ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των χαμηλόμισθων.
Οι παρεμβάσεις αυτές, σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο, συμβάλλουν στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, χωρίς να προκαλούν αρρυθμίες οι οποίες θα διαταράξουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Η 1η Απριλίου
Η επόμενη κίνηση αναμένεται να γίνει την 1η Απριλίου 2026, οπότε σύμφωνα με τα κυβερνητικά στελέχη προγραμματίζεται νέα και μάλιστα γενναία αύξηση στον κατώτατο μισθό.
Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε σταδιακές αυξήσεις της τάξης των 40 με 50 ευρώ ετησίως, ώστε το κατώτατο όριο να διαμορφωθεί από τα 880 ευρώ στα 920 ευρώ το 2026 και στα 950 ευρώ ή και υψηλότερα το 2027.
Τα δεδομένα όμως πλέον είναι διαφορετικά και εξετάζεται πιο επιθετικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο δεν αποκλείεται η αύξηση στον κατώτατο μισθό να φτάσει ακόμη και τα 60 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή περίπου 7%. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο κατώτατος μισθός το 2026 θα διαμορφωθεί στα 940 ευρώ, ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω άνοδο το 2027, με στόχο τα 980 έως και 1.000 ευρώ.
Η υπέρβαση του ορίου των 950 ευρώ νωρίτερα από τον αρχικό στόχο του 2027 θα αποτελούσε ισχυρό πολιτικό και οικονομικό μήνυμα, επιβεβαιώνοντας τη βούληση της κυβέρνησης να επιταχύνει τις παρεμβάσεις υπέρ των εργαζομένων. Όλα αυτά πάντως παραμένουν σενάρια και το μήνυμα που στέλνει προς πάσα κατεύθυνση το Μέγαρο Μαξίμου είναι πως ο μεγάλος στόχος είναι ο κατώτατος μισθός να φτάσει στα 950 ευρώ μικτά το 2027.
Ευρύτερες πιέσεις
Ο κατώτατος μισθός αφορά περίπου 600.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, αριθμός που βαίνει μειούμενος κάθε χρόνο, καθώς όλο και περισσότεροι αμείβονται με υψηλότερες αποδοχές. Η μείωση του ποσοστού όσων αμείβονται με τον βασικό μισθό αποτελεί θετική ένδειξη για τη συνολική πορεία της αγοράς εργασίας, αλλά υπάρχουν και κάποια στοιχεία που δεν μπορούν να μη ληφθούν υπόψη.
Κι αυτό γιατί αποτελεί κοινό μυστικό, ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού επηρεάζει έμμεσα το σύνολο της μισθολογικής κλίμακας, ασκώντας ανοδικές πιέσεις και σε άλλες κατηγορίες αποδοχών.
Οι εταίροι
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, οι εταίροι και τα οικονομικά ινστιτούτα που έχουν καταθέσει τις εκθέσεις τους για την αξιολόγηση του κατώτατου μισθού, δείχνουν διάθεση για νέα αύξηση. Ωστόσο, το που θα φτάσουν αυτές οι αυξήσεις δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο, καθώς εκφράζονται διαφορετικές εκτιμήσεις, με τις εργοδοτικές οργανώσεις να δίνουν έμφαση στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους.
- Αύξηση από 2,5% έως 4%: Οι περισσότεροι κοινωνικοί εταίροι έχουν προτείνει να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός σχεδόν κατά 4%, δηλαδή περίπου κατά 35 ευρώ, για να μην υπάρξει υπέρμετρη επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Το ΙΟΒΕ ζητάει η αύξηση να είναι μεταξύ του 2,5% με 3,5%. Η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει αύξηση έως 4%.
- Αύξηση από 5% έως και 5,7%: Το ποσοστό αυτό, το προτείνουν το ΚΕΠΕ και οι εργοδοτικοί Οργανισμοί με τη λήψη μέτρων στήριξης μικρών επιχειρήσεων. Πρόκειται για αύξηση από 50 έως 70 ευρώ, που θα οδηγήσει τον κατώτατο μισθό στα 930 έως και 950 ευρώ μεικτά από 830 ευρώ που είναι σήμερα.
- Περίπου 1.000 ευρώ μεικτά έως το 2027: Η ΓΣΕΕ και το ΙΝΕ προτείνουν να υπολογιστούν οι αυξήσεις του 2026 και του 2027 από τώρα ώστε ο κατώτατος μισθός να αγγίξει τα 1.000 ευρώ μεικτά μέχρι το 2027.
Όπως γίνεται αντιληπτό το ενδεχόμενο μιας αύξησης, που θα φέρει τον κατώτατο μισθό και πάνω από τον στόχο των 950 ευρώ, αγγίζοντας και τα 1.000 ευρώ στο προεκλογικό έτος 2027 είναι πλέον ανοικτό.
Συλλογικές συμβάσεις
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, μέσω του νομοσχεδίου που έχει ως επίκεντρο την Κοινωνική Συμφωνία των κοινωνικών εταίρων και συζητείται στη Βουλή.
Η προώθηση νέων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας εκτιμάται ότι θα συμβάλει στην περαιτέρω άνοδο του μέσου μισθού, περιορίζοντας σταδιακά τον αριθμό των εργαζομένων που παραμένουν εγκλωβισμένοι στο κατώτατο επίπεδο. Ένα πιο ισχυρό πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις κυβερνητικές αυξήσεις, δημιουργώντας ένα ευρύτερο δίχτυ προστασίας για τους μισθωτούς.
Εισφορές
Παρά τις μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών που έχουν ήδη υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι χρειάζεται περαιτέρω ελάφρυνση, ώστε οι αυξήσεις στους μισθούς να μην μεταφράζονται αποκλειστικά σε επιβάρυνση του κόστους λειτουργίας.
Στο πλαίσιο αυτό, έχει προγραμματιστεί επιπλέον μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,50% έως 0,60% το 2027, με στόχο η συνολική μείωση να φτάσει τις 6 ποσοστιαίες μονάδες. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, η συγκεκριμένη παρέμβαση να επισπευσθεί, εφόσον οι δημοσιονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, ώστε να λειτουργήσει αντισταθμιστικά σε μια μεγαλύτερη αύξηση του κατώτατου μισθού.
Τεκμαρτή φορολόγηση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάσταση της τεκμαρτής φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών. Σύμφωνα με επισημάνσεις επιστημονικών ινστιτούτων, το ύψος του κατώτατου μισθού συνδέεται άμεσα με τα τεκμαρτά κριτήρια φορολόγησης για μεγάλο αριθμό ατομικών επιχειρήσεων.
Περίπου το 56% των ατομικών επιχειρήσεων φορολογείται με βάση τεκμαρτό προσδιορισμό εισοδήματος και όχι βάσει των πραγματικών κερδών. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι κάθε αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να οδηγήσει αυτομάτως σε υψηλότερο φορολογητέο εισόδημα και, κατ’ επέκταση, σε αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις.
Κατά συνέπεια, η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού για το 2026 απαιτεί συνδυαστική αξιολόγηση, με στόχο:
- τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και
- τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις στο κόστος λειτουργίας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Η ισορροπία αυτή είναι κρίσιμη, ιδίως σε μια περίοδο που η αγορά προσπαθεί να σταθεροποιηθεί μετά από διαδοχικές κρίσεις – υγειονομική, ενεργειακή και πληθωριστική.
Χρονοδιάγραμμα
Η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού ακολουθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Έως τα μέσα Φεβρουαρίου διαβιβάζονται οι γνώμες της Επιστημονικής Επιτροπής και της Επιτροπής Διαβούλευσης, καθώς και οι εκθέσεις των εξειδικευμένων φορέων στο ΚΕΠΕ.
Στη συνέχεια:
- το ΚΕΠΕ υποβάλλει την τελική πρόταση προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας,
- το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου αναμένεται η εισήγηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο για τη λήψη της οριστικής απόφασης, και
- από την 1η Απριλίου, ο νέος κατώτατος μισθός τίθεται σε εφαρμογή.
Ισόποση αύξηση προβλέπεται και για τον εισαγωγικό μισθό στο Δημόσιο, γεγονός που ενισχύει τον οριζόντιο χαρακτήρα της παρέμβασης.
Από το 2028
Παράλληλα, η χώρα έχει βελτιώσει τη θέση της στην ευρωπαϊκή κατάταξη ως προς το ύψος του κατώτατου μισθού, αν και εξακολουθεί να υπολείπεται ορισμένων κρατών-μελών. Η περαιτέρω σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αποτελεί έναν από τους διακηρυγμένους στόχους της κυβερνητικής πολιτικής.
Από το 2028 και μετά, βάσει νόμου, ο κατώτατος μισθός θα καθορίζεται με μαθηματικό τύπο που θα λαμβάνει υπόψη την παραγωγικότητα της οικονομίας και τον πληθωρισμό. Στις καινοτομίες του νέου συστήματος περιλαμβάνεται η πρόβλεψη ότι ο κατώτατος μισθός δεν θα μπορεί να μειωθεί, αλλά και ότι θα ισχύει τόσο για τον ιδιωτικό όσο και για τον δημόσιο τομέα.
Η θεσμική αυτή θωράκιση επιδιώκει να προσφέρει σταθερότητα και προβλεψιμότητα στην αγορά εργασίας.
Το διακύβευμα
Όπως γίνεται αντιληπτό το διακύβευμα, παραμένει σύνθετο, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να συνδυάσει στόχους που δείχνουν αλληλοσυγκρουόμενοι. Από τη μία πλευρά, στόχος είναι η ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων που είναι αναγκαία για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης.
Από την άλλη όμως, η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας.
Η τελική απόφαση για το ύψος της αύξησης θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις δύο ανάγκες, αλλά σε κάθε περίπτωση, η κατεύθυνση και οι στόχοι της κυβέρνησης είναι ξεκάθαρη. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση επιδιώκει να επιταχύνει τον ρυθμό αύξησης των αποδοχών, σηματοδοτώντας μια νέα φάση για την αγορά εργασίας, ενόψει της μάχης των εθνικών εκλογών την άνοιξη του 2027.
Κυβερνητικά στελέχη τονίζουν ότι ο κατώτατος μισθός είναι κεντρικός πυλώνας της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, με στόχο την μακροπρόθεσμη αναδιάρθρωση του εισοδηματικού χάρτη της χώρας.