Ιδιαίτερα προσεκτικοί πρέπει να είναι οι ασφαλισμένοι όταν εξετάζουν την εξαγορά πλασματικών ετών, καθώς οι διαφορές ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα είναι ουσιαστικές και επηρεάζουν τόσο τη στρατηγική εξόδου όσο και το τελικό ποσό της σύνταξης. Στον ιδιωτικό τομέα, η αναγνώριση πλασματικού χρόνου δεν είναι «ουδέτερη» επιλογή: πρέπει να υπηρετεί συγκεκριμένο στόχο, δηλαδή να συμβάλλει άμεσα στη θεμελίωση ή κατοχύρωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και ταυτόχρονα να ενισχύει το ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης. Αν τα έτη χρησιμοποιηθούν μόνο για προσαύξηση του ποσού χωρίς να είναι αναγκαία για τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων, ο ασφαλισμένος αναλαμβάνει το ρίσκο μιας δαπανηρής επιλογής χωρίς δυνατότητα υπαναχώρησης, αφού τα χρήματα της εξαγοράς δεν επιστρέφονται ακόμη κι αν το όφελος αποδειχθεί μικρότερο του αναμενόμενου.
Αυτό σημαίνει ότι στον ιδιωτικό τομέα απαιτείται αναλυτικός υπολογισμός πριν από κάθε κίνηση. Κρίσιμο είναι να εξεταστεί αν ο πλασματικός χρόνος «κλειδώνει» όρια ηλικίας, συμπληρώνει 25ετίες ή 35ετίες σε παλαιά καθεστώτα ή οδηγεί στη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης για έξοδο στα 62. Διαφορετικά, η εξαγορά μπορεί να λειτουργήσει ως ακριβή επένδυση με περιορισμένη απόδοση.
Στο Δημόσιο, αντίθετα, το πλαίσιο είναι πιο ευέλικτο. Η εξαγορά πλασματικών ετών μπορεί να γίνει ακόμη και αποκλειστικά για προσαύξηση της σύνταξης, χωρίς να είναι απαραίτητο να συνδέεται με θεμελίωση δικαιώματος. Επιπλέον, παρέχεται δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικών χρόνων και σε περιπτώσεις συντάξεων ανικανότητας, κάτι που διευρύνει το πεδίο αξιοποίησης και μειώνει τον κίνδυνο λάθους σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα.
Όπως εξηγούν ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης, η εξαγορά πλασματικού χρόνου μπορεί να «κλειδώσει» όρια ηλικίας του 2011 ή 2012, να συμπληρώσει κρίσιμες 25ετίες ή 35ετίες ή να οδηγήσει στη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης ώστε ο ασφαλισμένος να αποχωρήσει στα 62 με πλήρη σύνταξη. Ωστόσο, το κόστος είναι υψηλό, έχει αυξηθεί μετά το 2016, οι κανόνες διαφέρουν μεταξύ ιδιωτικού και Δημοσίου και η ανταποδοτικότητα δεν είναι ίδια για όλους.
Η αναγνώριση πλασματικών ετών συμφέρει όταν εξυπηρετεί σαφή στόχο, δηλαδή είτε τη θεμελίωση ή κατοχύρωση δικαιώματος είτε τη συμπλήρωση 40ετίας για έξοδο στα 62. Στην πράξη, ωφελούνται κατηγορίες όπως γονείς ανηλίκων ή τρίτεκνοι στο Δημόσιο που συμπληρώνουν αναδρομικά 25ετία το 2010, 2011 ή 2012, μητέρες ανηλίκων στο ΙΚΑ που φτάνουν τις 5.500 ημέρες το 2010 ή 2011, μητέρες ανηλίκων σε ΔΕΚΟ και Τράπεζες που συμπληρώνουν 25ετία το 2011 ή 2012, δημόσιοι υπάλληλοι που επιδιώκουν 35ετία, 36ετία ή 37ετία, ασφαλισμένοι σε πρώην ΕΤΑΑ και ΟΑΕΕ που χρειάζονται 40 χρόνια ασφάλισης, ασφαλισμένοι όλων των Ταμείων και του ΟΓΑ που με εξαγορά συμπληρώνουν 40ετία και αποχωρούν στα 62 αντί για τα 67, ασφαλισμένοι σε βαρέα επαγγέλματα που καλύπτουν τις λοιπές χρονικές προϋποθέσεις, καθώς και δημόσιοι υπάλληλοι που είχαν υποβάλει αίτηση πριν από την 31/12/2016 και διατηρούν χαμηλότερο κόστος.
Η μεγάλη διαφορά ιδιωτικού και Δημοσίου παραμένει καθοριστική. Στον ιδιωτικό τομέα, αν τα πλασματικά έτη δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για θεμελίωση και αναγνωριστούν μόνο για αύξηση του ποσού, τα καταβληθέντα δεν επιστρέφονται. Στο Δημόσιο, αντίθετα, η εξαγορά μπορεί να γίνει και μόνο για προσαύξηση της σύνταξης, ενώ υπάρχει και δυνατότητα σε συντάξεις ανικανότητας.
Ως προς το κόστος, μετά το 2016 η εξαγορά υπολογίζεται στο 20% των μεικτών αποδοχών του προηγούμενου μήνα πριν από την αίτηση για τους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα, ποσοστό που αντιστοιχεί στο σύνολο των εισφορών εργοδότη και εργαζομένου για κύρια σύνταξη. Για τους δημοσίους υπαλλήλους το κόστος είναι επίσης 20% επί του συνόλου των αποδοχών. Όσοι είχαν υποβάλει αίτηση παλαιότερα διατηρούν χαμηλότερα ποσοστά, τα οποία κλιμακώνονται από 6,67% έως 16,67% ανάλογα με το έτος υποβολής. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, το κόστος ισούται με τη μηνιαία εισφορά της κατηγορίας που έχουν επιλέξει. Σε περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης προβλέπεται έκπτωση 2% για κάθε έτος εξαγοράς.
Η σύνταξη αποτελείται από την εθνική και την ανταποδοτική. Η εθνική χορηγείται με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης και για το πλήρες ποσό απαιτούνται 20 έτη. Η ανταποδοτική εξαρτάται από τα συνολικά έτη ασφάλισης και τις συντάξιμες αποδοχές από το 2002 και μετά. Όταν γίνεται εξαγορά πλασματικού χρόνου, ο χρόνος αυτός δεν μετρά μόνο για τη συμπλήρωση ετών, αλλά επηρεάζει και το ύψος της ανταποδοτικής, καθώς το ποσό της εξαγοράς θεωρείται σαν να αντιστοιχούσε σε ασφαλιστέο μισθό και ενσωματώνεται στις συντάξιμες αποδοχές. Αντίθετα, πλασματικοί χρόνοι που αναγνωρίζονται χωρίς εξαγορά, όπως επιδότηση ασθένειας ή τακτικής ανεργίας, χρησιμοποιούνται μόνο για θεμελίωση και δεν αυξάνουν την ανταποδοτική.
Στην πράξη, ένας ασφαλισμένος 61 ετών με 38 έτη πραγματικής ασφάλισης μπορεί να εξαγοράσει δύο έτη για να συμπληρώσει 40ετία και να αποχωρήσει στα 62 με πλήρη σύνταξη. Μια μητέρα ανηλίκου στο ΙΚΑ με 5.300 ημέρες το 2011 μπορεί να εξαγοράσει 200 ημέρες για να φτάσει τις 5.500 και να κατοχυρώσει δικαίωμα με τα τότε όρια ηλικίας. Ένας δημόσιος υπάλληλος με 34 έτη μπορεί να αναγνωρίσει χρόνο σπουδών και στρατιωτικής θητείας για να συμπληρώσει 35ετία και να «κλειδώσει» ευνοϊκότερο καθεστώς. Σε όλες τις περιπτώσεις, το κλειδί είναι ο σωστός προϋπολογισμός κόστους–οφέλους πριν από την απόφαση.