Στο επίκεντρο των υπό συζήτηση αλλαγών στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης βρίσκονται οι σημερινοί 55άρηδες, καθώς στο τέλος του 2026 η κυβέρνηση θα κληθεί να αποφασίσει αν θα προχωρήσει σε αύξηση των γενικών ορίων από την 1η Ιανουαρίου 2027, με βάση τις μεταβολές στο προσδόκιμο ζωής. Η συζήτηση «κουμπώνει» πάνω στο ισχύον πλαίσιο σύνδεσης της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής των ατόμων άνω των 65 ετών, πρακτική που εφαρμόζεται ήδη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, και ενεργοποιείται μέσω τριετών μελετών που εκπονεί η Εθνική Αναλογιστική Αρχή.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Αναλογιστικής Αρχής, τα νομοθετημένα όρια ηλικίας των 62 και 67 ετών εκτιμάται ότι έως το 2030 θα αυξηθούν κατά περίπου 1,5 έτος. Το αν μια τέτοια προσαρμογή θα εφαρμοστεί μονομιάς από 1/1/2027 ή σταδιακά από το 2027 έως το 2030, θα εξαρτηθεί από τον μηχανισμό με τον οποίο θα «μεταφραστεί» η αύξηση του προσδόκιμου ζωής σε νέα ηλικιακά όρια. Στη σταδιακή εκδοχή εξετάζεται μοντέλο αντίστοιχο με την περίοδο 2015–2021, όταν τα όρια μεταβάλλονταν ανά έτος, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενδιάμεσες ηλικίες αποχώρησης, με αυξήσεις που «χτίζονται» χρόνο με τον χρόνο.
Τα σημερινά «κλειδωμένα» όρια και οι νέες ισορροπίες
Σήμερα τα όρια ηλικίας έχουν «κλειδώσει» σε δύο βασικές διαδρομές: συνταξιοδότηση στα 62 έτη με προϋπόθεση 40 ετών ασφάλισης (12.000 ένσημα) και συνταξιοδότηση στα 67 έτη με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης (4.500 ένσημα). Πηγές του υπουργείου Εργασίας σημειώνουν ότι δεν προβλέπεται άμεση αύξηση, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλες αυξήσεις ορίων στο παρελθόν, τόσο με τη μεταφορά των γενικών ορίων στα 62 και 67 από 1/1/2013 όσο και με τις αυξήσεις στα ενδιάμεσα όρια που ακολούθησαν με τον Νόμο 4336/2015.
Ωστόσο, ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση επισημαίνουν ότι το τι θα συμβεί μετά το 2027 δεν θα κριθεί μόνο από τον «τύπο» σύνδεσης με το προσδόκιμο ζωής, αλλά και από βασικούς δημογραφικούς δείκτες που πιέζουν τη βιωσιμότητα του συστήματος: την αύξηση του δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων άνω των 65 σε σχέση με τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, την ενίσχυση του δείκτη γήρανσης και τη χαμηλή γονιμότητα που παραμένει κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης. Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται ότι το ισοζύγιο γεννήσεων–θανάτων παραμένει ελλειμματικό, με τη διαφορά να έχει διευρυνθεί σημαντικά μέσα σε λίγα χρόνια, ενισχύοντας τις προβολές για μεγαλύτερη επιβάρυνση των ενεργών ασφαλισμένων.
Στο μέτωπο των διεθνών εκτιμήσεων, αναφέρεται ότι ο ΟΟΣΑ, στην έκθεση “Pensions at a Glance 2025”, αποτυπώνει σενάρια στα οποία η ηλικία των 62 ετών για σύνταξη με 40 χρόνια ασφάλισης στην Ελλάδα θα μπορούσε να μετακινηθεί υψηλότερα έως το 2050. Στην ίδια λογική, υπογραμμίζεται ότι μεγαλύτερη επιβάρυνση αναμένεται να επωμιστούν οι νεότερες γενιές, όπως όσοι μπήκαν στην αγορά εργασίας το 2024, για τους οποίους η μέση ηλικία συνταξιοδότησης προβλέπεται υψηλότερη, με περισσότερα χρόνια ασφάλισης σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα.
Παράλληλα, στο κείμενο επισημαίνεται ότι στον ιδιωτικό τομέα η κανονική ηλικία συνταξιοδότησης εμφανίζεται περίπου στα 62 έτη, ενώ στο Δημόσιο χαμηλότερα, γύρω στα 60–61, στοιχείο που συχνά επηρεάζει τη δημόσια συζήτηση για «πραγματικά» και όχι μόνο νομοθετημένα όρια. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA) προειδοποιεί ότι μελλοντικά τα δημόσια συστήματα κοινωνικής ασφάλισης θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη χρηματοδότηση συντάξεων λόγω της επιδείνωσης του λόγου εργαζομένων προς συνταξιούχους, εξέλιξη που στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα είναι εντονότερη λόγω ισχυρότερης δημογραφικής γήρανσης.
Σε κάθε περίπτωση, το «ορόσημο» παραμένει το τέλος του 2026, όταν θα αξιολογηθούν τα επικαιροποιημένα στοιχεία και θα ληφθούν οι αποφάσεις για το αν και πώς θα μεταβληθούν τα γενικά όρια από 1/1/2027, με τους σημερινούς 55άρηδες να παρακολουθούν από κοντά μια συζήτηση που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τον σχεδιασμό εξόδου τους από την αγορά εργασίας.