Μόνιμη και σε πραγματικό χρόνο διασύνδεση με το χρηματοπιστωτικό σύστημα αποκτά η εφορία, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο διενέργειας των φορολογικών ελέγχων. Το νέο πλαίσιο, που αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή μέσα στο 2026, προβλέπει άμεση και αυτοματοποιημένη πρόσβαση της ΑΑΔΕ σε τραπεζικούς λογαριασμούς, καταθέσεις, κινήσεις κεφαλαίων, πληρωμές, κάρτες και αναλήψεις μετρητών φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.
Η ηλεκτρονική διασύνδεση με τις τράπεζες και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα θα είναι πλέον μόνιμη και σε ζωντανή σύνδεση, επιτρέποντας τη συλλογή, επεξεργασία και αξιοποίηση των τραπεζικών δεδομένων για σκοπούς ελέγχου και λήψης άμεσων φορολογικών μέτρων. Οι έλεγχοι δεν θα απαιτούν πλέον αιτήματα ή χρονοβόρες διαδικασίες, καθώς θα διενεργούνται αυτόματα μέσω ειδικών αλγορίθμων.
Κεντρικός μοχλός των ελέγχων θα είναι οι τραπεζικοί λογαριασμοί και τα εμβάσματα, με στόχο να διαπιστώνεται αν τα υπόλοιπα και οι κινήσεις –πιστώσεις, μεταφορές και αναλήψεις– συμβαδίζουν με τα δηλωθέντα εισοδήματα των φυσικών προσώπων ή τον τζίρο των επιχειρήσεων. Η ΑΑΔΕ θα έχει συνεχή πρόσβαση και σε δεδομένα που αφορούν λογαριασμούς πληρωμών, προπληρωμένες και πιστωτικές κάρτες.
Τι θα «βλέπει» η ΑΑΔΕ σε πραγματικό χρόνο
Το νέο σύστημα προβλέπει ουσιαστικά μόνιμη άρση του τραπεζικού απορρήτου για φορολογικούς σκοπούς, με παρακολούθηση όλων των καταθέσεων και αναλήψεων χρηματικών ποσών, των μεταφορών από λογαριασμό σε λογαριασμό, των πληρωμών μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων μέσω τραπεζών, καθώς και των συναλλαγών που πραγματοποιούνται με προπληρωμένες και πιστωτικές κάρτες, συμπεριλαμβανομένων των εξοφλήσεων καρτών.
Η συνεχής ροή δεδομένων θα επιτρέπει στην ΑΑΔΕ να εντοπίζει άμεσα ασυνήθιστα μοτίβα κινήσεων και αποκλίσεις από τα δηλωθέντα εισοδήματα, χωρίς να απαιτείται προηγούμενος επιτόπιος έλεγχος.
Τι ελέγχεται ήδη σήμερα στους τραπεζικούς λογαριασμούς
Ήδη και για το τρέχον έτος, χιλιάδες φορολογούμενοι περνούν από το «κόσκινο» των ηλεκτρονικών διασταυρώσεων, κυρίως όσοι πραγματοποίησαν συναλλαγές μεγάλου ύψους μέσω τραπεζικών λογαριασμών. Στο στόχαστρο βρίσκονται κυρίως ελεύθεροι επαγγελματίες, νομικά πρόσωπα, αλλά και φυσικά πρόσωπα με υψηλές κινήσεις κεφαλαίων.
Οι τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα υποχρεούνται έως το τέλος Φεβρουαρίου να διαβιβάζουν ηλεκτρονικά στην ΑΑΔΕ στοιχεία για συνολικά ποσά καταθέσεων, αναλήψεων και επενδύσεων σε κινητές αξίες που πραγματοποιήθηκαν το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, έως τις 30 Απριλίου αποστέλλονται στοιχεία για εμβάσματα, επιταγές, εισπράξεις μέσω πιστωτικών καρτών και συναλλαγές μεγάλου ύψους επαγγελματιών και επιχειρήσεων.
Εφόσον από τις διασταυρώσεις προκύψει ότι ποσά που έχουν κατατεθεί στους λογαριασμούς δεν καλύπτονται από τα δηλωθέντα εισοδήματα, οι φορολογούμενοι καλούνται να τα δικαιολογήσουν με στοιχεία που αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευσή τους. Σε αντίθετη περίπτωση, οι διαφορές χαρακτηρίζονται ως «παράνομη προσαύξηση περιουσίας» και φορολογούνται με συντελεστή 33%, επιπλέον των προβλεπόμενων προσαυξήσεων.
Ο εντοπισμός των παραβατικών περιπτώσεων γίνεται μέσω του ειδικού λογισμικού Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας της ΑΑΔΕ, το οποίο επεξεργάζεται μαζικά τα τραπεζικά δεδομένα και εντοπίζει αποκλίσεις υψηλού κινδύνου.