- Τι λένε στον «ΧΤΥΠΟ» οι Πρόεδροι των Εμπορικών Συλλόγων
Χαμηλή κίνηση, περιορισμένη κατανάλωση και έντονος προβληματισμός επικρατούν στην αγορά των Βορείων Προαστίων, λίγες ημέρες μετά την έναρξη των χειμερινών εκπτώσεων.
Αικατερίνη Στάμου
Σε εξέλιξη βρίσκεται η εκπτωτική περίοδος από τη Δευτέρα 12 Ιανουαρίου, δίνοντας την ευκαιρία στους καταναλωτές να επωφεληθούν από σημαντικές προσφορές έως τις 28 Φεβρουαρίου. Παρά τις προσδοκίες, οι πρώτες εβδομάδες κρίνονται απογοητευτικές από τον εμπορικό κόσμο, σε ένα περιβάλλον ακρίβειας και οικονομικής ασφυξίας.
«Ήταν σαν να είχαν κλείσει τα πάντα σε όλη την Αθήνα. Σοβαρά. Δεν ήταν μόνο η Νέα Ιωνία, απ’ ό,τι μάθαμε κι εμείς, η αγορά παντού ήταν στον πάτο. Μια Αθήνα νεκρή, χωρίς κίνηση» περιγράφει χαρακτηριστικά στην εφημερίδα μας ο Στάθης Νουβέλογλου, Πρόεδρος Εμπορικού Συλλόγου Νέας Ιωνίας και δεν είναι ο μόνος. Σύμφωνα με όσα μοιράστηκαν οι Πρόεδροι των Εμπορικών Συλλόγων των Βορείων Προαστίων (Χαλανδρίου, Αμαρουσίου, Νέας Ιωνίας και Κηφισιάς), η αγορά κινήθηκε σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αντιμετωπίζοντας κρίση ρευστότητας και κατανάλωσης. Αυτή την Κυριακή 25 Ιανουαρίου, τα καταστήματα θα μείνουν πάλι ανοιχτά προς εξυπηρέτηση των καταναλωτών, εντούτοις, οι εκπτώσεις μεμονωμένα φαίνεται ότι δεν επαρκούν για να αναζωογονήσουν το εμπόριο.
Κρίση ρευστότητας στα Βόρεια Προάστια
«Η γενική αίσθηση που επικρατεί είναι χαλαρή και χωρίς ενθουσιασμό από την πλευρά του κόσμου» αναφέρει η κα Μάρθα Ψωμιάδου, Γενική Γραμματέας Εμπορικού Συλλόγου Κηφισιάς. «Προσπαθούμε όσο μπορούμε περισσότερο με τις προσφορές, με όποια μέσα έχουμε ώστε να μπορέσουμε να έχουμε μεγαλύτερη κίνηση στα μαγαζιά» τονίζει, μεταφέροντας μια εικόνα αισιοδοξίας, διάθεσης για βελτίωση και προοπτικής ανάπτυξης, με εμφανή, όμως, αβεβαιότητα για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο άμεσο μέλλον.
Ο προβληματισμός στον εμπορικό κόσμο έχει ενταθεί, καθώς ούτε η περίοδος των γιορτών κατάφερε να αναπληρώσει τις απώλειες που συσσωρεύτηκαν μέσα στο έτος. «Το βλέπουμε καθημερινά. Από το καφέ απέναντί μου, που μένει άδειο για ώρες, μέχρι κάθε άλλο μαγαζί στην αγορά – με εξαίρεση τα τρόφιμα» αναφέρει ο κ. Νουβέλογλου για το πρόβλημα των τοπικών επιχειρήσεων.
Αποκαλυπτική είναι και η έρευνα του ΕΣΣΕ για την εορταστική περίοδο, σύμφωνα με την οποία, συνολικά τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις είδαν τον τζίρο τους να μειώνεται έως και κατά 20%. Το 52% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι κατέγραψε χαμηλότερες πωλήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ενώ ένα επιπλέον 32% κινήθηκε στα ίδια επίπεδα. Η εικόνα διαφοροποιείται ανά κλάδο, καθώς τα τρόφιμα παρουσίασαν σαφώς καλύτερες επιδόσεις σε σύγκριση με τα υπόλοιπα αγαθά.
Περίπου 6 στους 10 καταναλωτές προχωρούν σε αγορές κατά τη διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων, σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, κυρίως για την κάλυψη βασικών αναγκών. Ωστόσο, η αυξημένη επιβάρυνση από βασικά αγαθά και υπηρεσίες περιορίζει τα περιθώρια κατανάλωσης, οδηγώντας σε πιο επιλεκτικές και συγκρατημένες αγορές, συχνά με προσανατολισμό στις μεγάλες εκπτώσεις και στις online προσφορές.
Φορολογικές πιέσεις και φόβος για νέα «λουκέτα»
Την ίδια στιγμή, μία στις τρεις επιχειρήσεις δηλώνει ότι δεν έχει καταφέρει να καλύψει πλήρως τις φορολογικές και ασφαλιστικές της υποχρεώσεις, στοιχείο που αναδεικνύει το εύρος των πιέσεων που συνεχίζει να δέχεται το ελληνικό εμπόριο. «Οι έμποροι τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, με πρώτο και κύριο την υψηλή φορολογία και το ασταθές φορολογικό πλαίσιο. Παράλληλα, τα λειτουργικά έξοδα των καταστημάτων έχουν αυξηθεί σημαντικά» εξηγεί η Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αμαρουσίου, Μάχη Νικολαράκου. «Το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις και η αύξηση του κόστους των προϊόντων, σε συνδυασμό με τη μείωση του τζίρου, οδηγούν πολλούς εμπόρους σε οικονομικά αδιέξοδα».
«Καμία από τις δεσμεύσεις που μας είχαν δοθεί δεν έχει υλοποιηθεί. Όλα έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Το κράτος εμφανίζεται μόνο για να βάλει πρόστιμα και να εισπράξει, χωρίς καμία ουσιαστική στήριξη» τονίζει ο κ. Νουβέλογλου, κάνοντας, μεταξύ άλλων, λόγο για την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, που δεν έχει εφαρμοστεί για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τα κυβερνητικά μέτρα, όπως η κατάργηση ή μείωση φόρων, δεν έχουν υλοποιηθεί, τονίζει, ενώ η φορολόγηση παραμένει αυστηρή.
Συζητήσεις έχουν ανοίξει εκ νέου, αυτή την περίοδο, για το τέλος επιτηδεύματος, το ύψος του οποίου κυμαίνεται από 800 έως 1.000 ευρώ ετησίως, ανεξάρτητα από την κερδοφορία της επιχείρησης – πρόκειται για ένα μνημονιακό μέτρο, ιδιαίτερα επιβαρυντικό για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση εξετάζει σενάρια είτε για σταδιακή μείωση είτε για πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος από το 2027. Εντούτοις, ο χρόνος… τρέχει, και , όπως περιγράφουν οι Πρόεδροι των Εμπορικών Συλλόγων, στα Βόρεια της Αττικής, τα καταστήματα «κατεβάζουν ρολά» το ένα μετά το άλλο, καθιστώντας την ανάγκη για λήψη μέτρων άμεση.
Την ίδια στιγμή , το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται σχέδιο για «κούρεμα» στην προκαταβολή φόρου με στόχο την τόνωση της αγοράς. Το τρέχον σύστημα (80% για νομικά πρόσωπα, 55% για επαγγελματίες) αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τη ρευστότητα των επιχειρήσεων. Οι προτάσεις που έχουν «πέσει στο τραπέζι» αφορούν είτε τη γενική μείωση της προκαταβολής κάτω από το όριο του 60%, είτε μια αναλογική εφαρμογή της με βάση τον τζίρο, όπως είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Οι εκπτώσεις που έχασαν το νόημά τους
«Παραδοσιακά, οι χειμερινές εκπτώσεις αποτελούσαν μία δυνατή περίοδο για την αγορά. Τα τελευταία χρόνια όμως, κυρίως μετά την οικονομική κρίση, τα καταστήματα προσφέρουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο εκπτώσεις και προσφορές καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εκπτώσεις να χάνουν πλέον το πραγματικό τους νόημα, καθώς οι καταναλωτές αντιλαμβάνονται ότι μπορούν να βρουν καλές τιμές όλο τον χρόνο» εξηγεί η κα Νικολαράκου, αναδεικνύοντας το ζήτημα ως τη βασικότερη αιτία της πτώσης του τζίρου.
Ως ιδιαιτέρως ανησυχητικό παρουσιάζεται και από το ΕΕΑ το εύρημα ότι οι πολίτες αντιλαμβάνονται εκτεταμένα φαινόμενα στρεβλώσεων και αθέμιτων πρακτικών σε βασικούς κλάδους της οικονομίας, με την εμπιστοσύνη των καταναλωτών να έχει μειωθεί κατακόρυφα.
«Όταν αφήνεις τον καθένα να κάνει ό,τι θέλει και οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, στην αγορά δημιουργείται χάος. Και αυτό είναι κακό. Η θέση του Εμπορικού Συλλόγου είναι οι εκπτώσεις να γίνονται όπως παλιά, δύο φορές τον χρόνο, ώστε και ο έμπορος να μπορεί να κάνει ουσιαστικές εκπτώσεις», τονίζει η Μαρία Μίλλερ, Πρόεδρος Εμπορικού Συλλόγου Χαλανδρίου, αναφερόμενη σε παραπλανητικές πρακτικές από μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων, επισημαίνοντας, παράλληλα, την αδυναμία ελέγχου και εφαρμογής των νόμων που βλάπτει το υγιές εμπόριο.
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα μας ο Γιώργος Λεβέντης, εργαζόμενος στη Νέα Ιωνία, αναφερόμενος σε εμπειρίες από μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων: «Δεν υπάρχουν εκπτώσεις. Όταν θέλουν να κάνουν μια έκπτωση, τον προηγούμενο μήνα ανεβάζουν τις τιμές. Οπότε, όταν έρχεται η ώρα της έκπτωσης, κάνουν έκπτωση πάνω στην ανεβασμένη τιμή και έτσι η τιμή πάει κοντά στην αρχική, ή και πιο πάνω απ’ ό,τι ήταν στην αρχή. Άρα, ουσιαστικές εκπτώσεις δεν υπάρχουν».
«Οι εκπτώσεις έχουν χάσει το νόημά τους. Δεν υπάρχει πια κριτήριο στην τιμή, καθένας κάνει ό,τι θέλει» τονίζει ο κ. Νουβέλογλου. «Όταν υπάρχουν καταστήματα που πουλάνε προϊόντα με 2 και 4 ευρώ, ο μικρός έμπορος δεν μπορεί να αντέξει. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Τα μικρά μαγαζιά κλείνουν» περιγράφει, κάνοντας λόγο για καταστήματα που υπάρχουν στη Νέα Ιωνία, τα οποία πωλούν προϊόντα σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές δυσχεραίνοντας τη βιωσιμότητα των μικρών επιχειρήσεων.
«Ένας ακόμη ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας είναι το γενικότερο οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες καταναλωτές, κυρίως λόγω της ακρίβειας, των αυξημένων ενοικίων και του υψηλού κόστους ενέργειας» αναφέρει η κα Νικολαράκου.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της νέας Έρευνας Γνώμης Καταναλωτών που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, η ακρίβεια αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο, με περισσότερους από 8 στους 10 πολίτες να δηλώνουν ότι έχουν επηρεαστεί πολύ ή αρκετά από την άνοδο των τιμών, ενώ το 74% αναφέρει ότι η αγοραστική του δύναμη έχει επιδεινωθεί τα τελευταία δύο χρόνια. «Προφανώς λείπει το χρήμα. Υπάρχει μια γενική, αν θέλετε, ύφεση. Πού θα φτάσει δεν ξέρω» υπογραμμίζει ο κ. Νουβέλογλου.
Χαλάνδρι: έργα υποδομής με κόστος για την τοπική αγορά
Στο Χαλάνδρι, μια περιοχή που προσελκύει επίσης σημαντικό όγκο καταναλωτών για αγορές, η κατάσταση περιγράφεται από την κα Μίλλερ ως διαρκώς επιδεινούμενη, με την τοπική αγορά να μην καταφέρνει να ανακτήσει τις απώλειες των προηγούμενων μηνών. Η Πρόεδρος καταγγέλλει ότι τα έργα υποδομής στην περιοχή είναι κακοσχεδιασμένα και ελλιπή επιβαρύνοντας περαιτέρω την ήδη δύσκολη οικονομική κατάσταση των τοπικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, επισημαίνει ότι τις προηγούμενες ημέρες κεντρικοί δρόμοι είχαν κλείσει για επισκευές.
Τα προβλήματα, σύμφωνα με την ίδια, εντοπίζονται στην κακή τοποθέτηση των πλακών στον εμπορικό δρόμο, οι οποίες είναι ανομοιογενείς και επικίνδυνες για τους πεζούς, προκαλώντας δυσκολίες στην κίνηση και ακόμη και ατυχήματα από πτώσεις. Την ίδια στιγμή, δριμείς κατηγορίες απευθύνει στον Δήμαρχο για έλλειψη συντονισμού, υπογραμμίζοντας ότι «πελάτες αδυνατούν πλέον να έρθουν στο Χαλάνδρι, γιατί μειώνει συνεχώς το πάρκινγκ κάνοντας ποδηλατόδρομους, αλλά χωρίς πρόβλεψη για αποκατάσταση των θέσεων αυτών». «Δυστυχώς δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, εμείς του λέμε τα προβλήματα, αλλά εκείνος εμμένει στις θέσεις του» προσθέτει.
Οι διεκδικήσεις
Οι επαγγελματικοί φορείς συνολικά θέτουν ως βασικές διεκδικήσεις τη μείωση του ΦΠΑ, την επιδότηση του κόστους ενέργειας και τη μείωση του μισθολογικού κόστους, επισημαίνοντας ότι χωρίς άμεσα μέτρα στήριξης η βιωσιμότητα των μικρών επιχειρήσεων τίθεται σε κίνδυνο.
«Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, οι έμποροι ζητούν υψηλότερους μισθούς για τους εργαζόμενους και μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να αυξηθεί η αγοραστική δύναμη και να κινηθεί ξανά η αγορά» επισημαίνει η Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αμαρουσίου, ενώ, καταλήγει: «Οι φυσικές αγορές, και ιδιαίτερα οι ανοιχτές τοπικές αγορές, είναι εξαιρετικά σημαντικό να συνεχίσουν να υπάρχουν σε έναν κόσμο γεμάτο νέες τεχνολογίες και οθόνες, άγχος και πίεση. Ο έμπορος της γειτονιάς είναι πάντα πρόθυμος να σε υποδεχτεί με χαμόγελο στο κατάστημά του – που το νιώθει σαν το σπίτι του – και να σου προσφέρει το καλύτερο προϊόν στην καλύτερη δυνατή τιμή».