Σαφές «φρένο» στην πρακτική της φορολογικής διοίκησης να επικαλείται «συμπληρωματικά στοιχεία» για να παρατείνει τη φορολογική παραγραφή έβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας, με πρόσφατη απόφασή του. Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα που είχαν ήδη περιέλθει σε γνώση της Εφορίας εντός του χρόνου παραγραφής ή όσα αυτή όφειλε να είχε εντοπίσει εγκαίρως, εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια.
Η υπόθεση που κρίθηκε
Η υπόθεση αφορούσε φορολογούμενο στον οποίο το 2019 επιβλήθηκαν πρόστιμο, χρεωστικό υπόλοιπο ΦΠΑ και πρόσθετος φόρος για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά τη διαχειριστική περίοδο του 2008. Η φορολογική αρχή στήριξε τον καταλογισμό σε έγγραφο άλλης δημόσιας υπηρεσίας, το οποίο συντάχθηκε το 2019 και περιλάμβανε πορίσματα του ΣΔΟΕ ήδη από το 2013.
Το Διοικητικό Εφετείο είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς του φορολογούμενου, δεχόμενο ότι το έγγραφο του 2019 αποτελούσε «συμπληρωματικό στοιχείο». Με βάση αυτή την κρίση, εφάρμοσε δεκαετή παραγραφή, θεωρώντας ότι η αξίωση του Δημοσίου δεν είχε παραγραφεί.
Η ανατροπή από το ΣτΕ
Το Συμβούλιο της Επικρατείας ανέτρεψε την απόφαση του Εφετείου, επισημαίνοντας ότι έγγραφο άλλης δημόσιας υπηρεσίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως συμπληρωματικό στοιχείο, ακόμη και αν αποκαλύπτει φορολογική παράβαση, όταν η φορολογική αρχή μπορούσε ευχερώς να είχε διαπιστώσει την παράβαση σε προγενέστερο χρόνο.
Κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, η απλή μεταγενέστερη κοινοποίηση στοιχείων που προϋπήρχαν ή ήταν προσβάσιμα δεν δικαιολογεί την ενεργοποίηση της δεκαετούς παραγραφής. Αντίθετα, σε τέτοιες περιπτώσεις ισχύει η κανονική προθεσμία παραγραφής, καθώς η καθυστέρηση οφείλεται σε έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας από τη διοίκηση.
Τι σημαίνει πρακτικά για τους φορολογούμενους
Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς περιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες η Εφορία μπορεί να επεκτείνει τον χρόνο ελέγχου επικαλούμενη «νέα» στοιχεία. Σύμφωνα με το ΣτΕ, συμπληρωματικά στοιχεία είναι μόνο εκείνα που αντικειμενικά δεν μπορούσαν να τεθούν υπόψη της φορολογικής αρχής εντός της αρχικής προθεσμίας παραγραφής και όχι όσα απλώς δεν αξιοποιήθηκαν εγκαίρως.
Με τον τρόπο αυτό, το ανώτατο δικαστήριο ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και θέτει σαφή όρια στη δυνατότητα του Δημοσίου να αναζητά φορολογικές αξιώσεις μετά την πάροδο των προβλεπόμενων χρονικών ορίων.