window.dataLayer = window.dataLayer || []; function gtag(){dataLayer.push(arguments);} gtag('js', new Date()); gtag('config', 'G-WMRXDSMT51');
Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου, 2026
16.4 C
Athens
Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου, 2026

    Είναι το pretty privilege το ηθικό μας πλυντήριο ;

    Αποθήκευση δημοσίευσης
    Αποθηκεύθηκε

    Χριστίνα Κατωπόδη

    Με αφορμή τον θάνατο της Brigitte Bardot ή, ακριβέστερα, με αφορμή τον τρόπο που το διαδίκτυο έσπευσε να τη θρηνήσει, τα social media γέμισαν ξανά με εικόνες μιας εποχής που μοιάζει ασφαλής ακριβώς επειδή ανήκει στο παρελθόν. Ασπρόμαυρα καρέ, μαλλιά στον αέρα, βλέμμα μισάνοιχτο, η Bardot ως σύμβολο μιας ελευθερίας που μοιάζει πια ακίνδυνη, αποστειρωμένη από τις αντιφάσεις της. Η δημόσια συζήτηση κινήθηκε γρήγορα προς την εξύψωση: icon, θρύλος, μούσα, γυναίκα-σταθμός. Όλα γνώριμα. Και όλα, σε μεγάλο βαθμό, αναμενόμενα.

    Αυτό που ξαναχάθηκε, όμως, μέσα στον συλλογικό συγκινησιακό αυτοματισμό, ήταν η δυνατότητα μιας πιο σύνθετης ανάγνωσης. Όχι μιας «ισορροπημένης» με την έννοια των ίσων αποστάσεων, αλλά μιας ειλικρινούς. Γιατί η Bardot δεν υπήρξε απλώς ένα θύμα του συστήματος που την ανέδειξε. Υπήρξε και ενεργό υποκείμενο ενός λόγου που, για δεκαετίες, παρήγαγε αποκλεισμό, στοχοποίηση και ρητορική μίσους. Και ο λόγος αυτός δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ με την αυστηρότητα που θα άρμοζε κυρίως επειδή εκφερόταν από ένα πρόσωπο που η συλλογική φαντασία έχει μάθει να συγχωρεί.

    Εδώ ακριβώς εισέρχεται το pretty privilege. Η Brigitte Bardot υπήρξε, αναμφίβολα, προϊόν και θύμα ενός βαθιά μισογυνικού πολιτισμικού μηχανισμού. Αναγκάστηκε να φέρει εις πέρας μια μητρότητα που δεν επέλεξε, υπερεκτέθηκε σε μια βιομηχανία που αποσπούσε αξία από το σώμα της πριν ακόμη της αναγνωρίσει υποκειμενικότητα, μετατράπηκε σε φαντασίωση πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι της επετράπη να υπάρξει ως άνθρωπος με αντιφάσεις, όρια και βούληση. Η σεξουαλικότητα που διεκδίκησε δημόσια και συχνά αναπολογητικα δεν ήταν αυτονόητη ούτε ακίνδυνη για μια γυναίκα της εποχής της ήταν μια στάση που είχε κόστος, και αυτό το κόστος οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε.

    Αλλά η αναγνώριση αυτή δεν μπορεί να λειτουργεί ως ηθικό άλλοθι. Το να εγκλωβίζουμε τη Bardot αποκλειστικά στο αφήγημα της «κακοποιημένης μούσας» σημαίνει ότι αποσιωπούμε συνειδητά τον τρόπο με τον οποίο, αργότερα, χρησιμοποίησε το κύρος, τη φήμη και τη συμβολική της δύναμη για να αρθρώσει λόγο που στοχοποιεί, αποκλείει και αναπαράγει βία  έστω λεκτική, έστω θεσμικά αποδεκτή. Η εμπειρία της καταπίεσης δεν ακυρώνει την ευθύνη. Το τραύμα δεν μετατρέπει τη ρητορική μίσους σε ιδιορρυθμία, ούτε την καθιστά πιο κατανοητή ή λιγότερο επιζήμια.

    Κι όμως, για ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού, όλα αυτά παραμένουν «δύσκολες λεπτομέρειες». Παρενθέσεις που χαλάνε την εικόνα. Κάτι που αναφέρεται χαμηλόφωνα ή παρακάμπτεται με τη γνωστή φράση: «ήταν παιδί της εποχής της». Μια φράση που σχεδόν ποτέ δεν χρησιμοποιείται με την ίδια γενναιοδωρία για ανθρώπους λιγότερο όμορφους, λιγότερο εμβληματικούς, λιγότερο φωτογενείς.

    Το pretty privilege δεν αφορά μόνο τα προνόμια της καθημερινότητας. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ομορφιά λειτουργεί ως φίλτρο ηθικής. Ως μηχανισμός επιλεκτικής ανοχής. Οι όμορφοι άνθρωποι δεν κρίνονται απλώς πιο επιεικώς – συχνά κρίνονται διαφορετικά. Τους αποδίδουμε βάθος, τραυματικότητα, πολυπλοκότητα, εκεί όπου άλλους θα τους αντιμετωπίζαμε ως απειλή ή πρόβλημα. Οι ίδιες δηλώσεις, αν προέρχονταν από ένα λιγότερο ελκυστικό πρόσωπο, θα αντιμετωπίζονταν ως επικίνδυνες. Στην περίπτωση της Bardot, μετατράπηκαν σε «εκκεντρικότητα», σε «παραξενιά μιας ηλικιωμένης γυναίκας», σε κάτι σχεδόν γραφικό.

    Ζούμε σε μια εποχή όπου η αισθητική έχει υποκαταστήσει την ηθική κρίση. Η εικόνα προηγείται της ανάλυσης, και συχνά την ακυρώνει. Αν κάτι είναι όμορφο, καλοφωτισμένο, κινηματογραφικό, δυσκολευόμαστε να το αντιμετωπίσουμε κριτικά. Η Bardot δεν είναι απλώς ένα ιστορικό πρόσωπο είναι ένα σύνολο εικόνων που έχουν μάθει να λειτουργούν αυτόνομα, αποκομμένες από το πολιτικό τους περιεχόμενο. Και τα σύμβολα, όταν τα αγαπάμε, τα προστατεύουμε. Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι η ίδια η Bardot. Το πρόβλημα είναι η δική μας ανάγκη να απλοποιούμε. Να επιλέγουμε ποιες πτυχές μιας δημόσιας φιγούρας αξίζουν μνήμη και ποιες αξίζουν σιωπή. Να αντέχουμε τις αντιφάσεις μόνο όταν αυτές δεν απειλούν τη συλλογική μας νοσταλγία.

    Η συζήτηση αυτή δεν αφορά την ακύρωση, ούτε τη μεταθανάτια ηθικολογία. Αφορά την ευθύνη της μνήμης. Γιατί το να θυμόμαστε κάποιον ολόκληρο με το βάρος και τις σκοτεινές του πλευρές δεν είναι πράξη ασέβειας. Είναι πράξη ενηλικίωσης. Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο αλλά και πιο αναγκαίο βήμα δεν είναι να κατεβάσουμε τα είδωλα από το βάθρο τους. Είναι να πάψουμε να τα κοιτάμε μόνο από τη “σωστή” γωνία.

    ΑΡΘΡΑ ΙΔΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Παρακαλούμε, εισάγετε το σχόλιό σας!
    Παρακαλούμε, εισάγετε το όνομά σας

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ