Τις δημοσκοπήσεις διαβάζουν τα επιτελεία των κομμάτων, για να απευθυνθούν με τους καλύτερους δυνατούς όρους στην κοινωνία, σε μια συγκυρία που δρομολογούνται ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις.
Σύμφωνα με τα τελευταία ευρήματα των ερευνών κοινής γνώμης και ειδικά του Οκτωβρίου, το πολιτικό σκηνικό στη χώρα, εμφανίζεται ιδιαίτερα ρευστό.
Η Ν.Δ. παραμένει πρώτη δύναμη αλλά με φθορά, ενώ η ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να αποκομίσει σημαντικά κέρδη και να δείξει ότι μπορεί να παίξει στα ίσα το κυβερνών κόμμα στις επόμενες εκλογές.
Παράλληλα, οι συζητήσεις για νέα κόμματα υπό τους Αλέξη Τσίπρα, Αντώνη Σαμαρά ή Μαρία Καρυστιανού προκαλούν έντονες συζητήσεις, αλλά τα στοιχεία δείχνουν πως δεν έχουν ακόμη δυναμική ανατροπής.
Ειδικότερα:
-στην έρευνα της GPO η Ν.Δ. συγκεντρώνει γύρω στο 28,6 % στην εκτίμηση ψήφου, ενώ το ΠΑΣΟΚ έρχεται δεύτερο με 15,4 %,
-στην έρευνα της MRB η Ν.Δ. κινείται στα όρια του 28 % και το ΠΑΣΟΚ στα επίπεδα του 13,2 %.
Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι η Ν.Δ., ενώ παραμένει ισχυρή και μεγάλη διαφορά από το ΠΑΣΟΚ, βρίσκεται πολύ μακριά από τα ποσοστά των εκλογών του 2023 που έφτασε στο 41%.
Από την πλευρά του το ΠΑΣΟΚ, αδυνατεί να φτάσει σε επίπεδα που να του επιτρέπουν να θεωρείται ο «καθαρός» αντίπαλος που θα εκμεταλλευτεί τη φθορά της κυβέρνησης.
Το εύλογο ερώτημα
Όπως γίνεται αντιληπτό το εύλογο ερώτημα είναι γιατί ενώ η Ν.Δ. εμφανίζει φθορά, το ΠΑΣΟΚ παραμένει στάσιμο παρά την αισιοδοξία που έφεραν οι τελευταίες εσωκομματικές εκλογές.
Στη Χ. Τρικούπη ο προβληματισμός είναι πιο έντονος από ποτέ και δεν είναι λίγα τα στελέχη που υπογραμμίζουν ότι θα συνεχιστούν οι χαμηλές δημοσκοπικές πτήσεις εάν δεν αλλάξει κάτι και μάλιστα άμεσα.
Η εκτίμηση που κυριαρχεί είναι ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μια σταθερότητα, αλλά σε επικοινωνιακό επίπεδο δεν έχει καταφέρει να περάσει στην κοινωνία ότι αποτελεί το αντίπαλο δέος της Ν.Δ.
Εάν προσθέσει κανείς και τη μεγάλη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Νίκο Ανδρουλάκη στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός, γίνεται εμφανές το μέγεθος του προβλήματος.
Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσει κανείς και τον κατακερματισμό στον χώρο της αντιπολίτευσης, όπου μικρότερα και εν δυνάμει νέα κόμματα απορροφούν μέρος της δυσαρέσκειας.
Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα το ΠΑΣΟΚ να μην μπορεί να «μονοπωλήσει» είτε την ψήφο διαμαρτυρίας, είτε την ψήφο των Κεντρώων ψηφοφόρων.
Άλλα κόμματα
Με βάση τις δημοσκοπήσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται στα επίπεδα του 5%-6% και παραμένει σε κρίση, λόγω των αλλεπάλληλων διασπάσεων στο κόμμα, τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με την GPO, η Ελληνική Λύση του Βελόπουλου καταγράφεται περίπου 11,5 % διάστημα και η Πλεύση Ελευθερίας της Ζώης Κωνσταντοπούλου στο 8,8%
Όπως γίνεται αντιληπτό καταγράφεται ένα πολυκομματικό σκηνικό, όπου δεν υπάρχει ξεκάθαρος πόλος που να μπορεί άμεσα να εκμεταλλευτεί τη φθορά της κυβέρνησης.
Εν δυνάμει κόμματα
Αναφορικά με ενδεχόμενο νέο κόμμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα, σε έρευνα της GPO η πιθανότητα που δηλώνουν οι πολίτες ότι θα το ψήφιζαν αγγίζει περίπου το 20 %.
Η μια όψη του νομίσματος με βάση αυτό το ποσοστό, είναι ότι υπάρχει «χώρος», αλλά η άλλη έχει σχέση με το ότι επιβεβαιώνεται η αδυναμία για δημιουργία νέου πολιτικού χώρου που θα αλλάξει τα δεδομένα.
Τα ποσοστά για ένα πιθανό κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά ναι μεν είναι χαμηλά, αλλά είναι σαφές ότι ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να κερδίσει από το δεξιό ακροατήριο της Ν.Δ.
Όσον αφορά στη Μαρία Καρυστιανού, ναι μεν είναι αγαπητή σε ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας, αλλά το σενάριο για δημιουργία νέου κόμματος, πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη.
Τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, στέλνουν το μήνυμα ότι ενώ υπάρχει ενδιαφέρον για νέα κόμματα, η κοινωνία δεν φαίνεται (τουλάχιστον προς το παρόν) έτοιμη να στηρίξει μαζικά κάποιο νέο κόμμα.
Ο χρόνος πάντως έως τις εκλογές στην περίπτωση που γίνουν το 2027, είναι ιδιαιτέρως μακρύς, γεγονός που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να αλλάξουν οι ισορροπίες.
Βασικά συμπεράσματα
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η Ν.Δ. συνεχίζει να διατηρεί ένα άνετο προβάδισμα, αλλά όχι με όρους αυτοδυναμίας, κάτι που επιβεβαιώνεται από τα ποσοστά της τάξης του 28‑30 %.
Η φθορά της κυβέρνησης δεν οδηγεί αυτόματα σε εκρηκτική άνοδο του ΠΑΣΟΚ, το οποίο κινείται σε διψήφια αλλά όχι υψηλά επίπεδα (13‑15 %) που να το εδραιώνουν ως κυρίαρχο αντίπαλο.
Ο χώρος της αντιπολίτευσης είναι κατακερματισμένος με μικρά κόμματα να εμφανίζουν δυναμική, αλλά κανένα να μην μπορεί να εμφανιστεί ως η αυθεντική εναλλακτική «κυβέρνησης».
Τα σενάρια για νέα κόμματα υπό Τσίπρα, Σαμαρά ή Καρυστιανού συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον, αλλά τα ποσοστά στήριξης δεν διαμορφώνουν ακόμη δυναμική που να κλονίζει τις υφιστάμενες δομές.
Η πολιτική σκηνή φαίνεται πιο ρευστή από ποτέ, με υψηλά ποσοστά στο χώρο των αναποφάσιστων και τη διάθεση για «κάτι άλλο» να είναι εμφανής, αλλά χωρίς προς το παρόν συγκροτημένη μεταφορά ψήφων προς ένα συγκεκριμένο νέο πόλο.