Ανατροπή στον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια του νόμου Κατσέλη φέρνει η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι ο ανατοκισμός πρέπει να γίνεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού άληκτου κεφαλαίου. Σύμφωνα με την εισήγηση της απόφασης, που αναμένεται να καθαρογραφεί και να δημοσιοποιηθεί το επόμενο διάστημα, ο νέος τρόπος εκτοκισμού θα έχει και αναδρομική ισχύ, διευρύνοντας σημαντικά τις επιπτώσεις για τράπεζες, funds και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Η κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου δίνει ουσιαστική ανάσα σε εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες, ιδίως σε όσους έχουν εντάξει την πρώτη κατοικία τους στο καθεστώς προστασίας του νόμου Κατσέλη. Την ίδια ώρα, προκαλεί έντονο προβληματισμό στον χρηματοπιστωτικό τομέα, καθώς εκτιμάται ότι το συνολικό κόστος μπορεί να φθάσει έως και τα 1,3 δισ. ευρώ, ενώ το Δημόσιο καλείται να αποτιμήσει τις πιθανές επιπτώσεις στον μηχανισμό κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής».
Τι αλλάζει στον υπολογισμό των δανείων
Η απόφαση του Αρείου Πάγου ανατρέπει την έως σήμερα πρακτική, μετατρέποντας στην ουσία τα δάνεια του νόμου Κατσέλη από τοκοχρεολυτικά σε οφειλές με ελάχιστο τόκο. Ενδεικτικά, για δάνειο 100.000 ευρώ με επιτόκιο 3% και διάρκεια 20 ετών, ο εκτοκισμός επί του συνόλου του κεφαλαίου οδηγεί σε συνολική οφειλή περίπου 135.000 ευρώ. Με τον νέο τρόπο, όπου ο τόκος υπολογίζεται μόνο επί της μηνιαίας δόσης, οι συνολικοί τόκοι περιορίζονται σε περίπου 3.000 ευρώ σε όλη τη διάρκεια αποπληρωμής.
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η μέχρι σήμερα πρακτική αλλοίωνε τον κοινωνικό και προστατευτικό χαρακτήρα του νόμου Κατσέλη, επιβαρύνοντας υπέρμετρα τους δανειολήπτες, ιδίως μετά την άνοδο των επιτοκίων την περίοδο 2022-2024.
Επανυπολογισμοί, επιστροφές και συμψηφισμοί
Τράπεζες και funds καλούνται πλέον σε «μηδενισμό του κοντέρ» και σε εφαρμογή νέας φόρμουλας, προκειμένου να επανυπολογίσουν τους τόκους που έχουν έως σήμερα καταλογιστεί. Από την άλλη πλευρά, οι δανειολήπτες αναμένεται να διεκδικήσουν αναδρομικά ποσά, είτε μέσω επιστροφών είτε μέσω συμψηφισμού με μελλοντικές δόσεις.
Το ακριβές ύψος των δανείων που επηρεάζονται παραμένει ασαφές. Από το αρχικό ποσό των περίπου 17 δισ. ευρώ που είχαν ενταχθεί στην προστασία του νόμου, σημαντικό μέρος έχει «κουρευτεί» ή αποπληρωθεί. Άλλες εκτιμήσεις τοποθετούν το υπόλοιπο κοντά στα 12 δισ. ευρώ, χωρίς να είναι σαφές αν αφορά την αρχική οφειλή ή το ποσό μετά τη δικαστική ρύθμιση.
Σήμερα, στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών παραμένουν εξυπηρετούμενα δάνεια του νόμου Κατσέλη ύψους περίπου 400 εκατ. ευρώ, ενώ στους servicers έχουν μεταφερθεί δάνεια που εκτιμώνται κοντά στα 4,5 δισ. ευρώ. Κρίσιμη παράμετρος αποτελεί και το είδος του επιτοκίου, καθώς το 75%-80% των δανείων είχε χορηγηθεί με κυμαινόμενο επιτόκιο, γεγονός που διευρύνει την περίμετρο των δανείων που επηρεάζονται.
Ποιοι ωφελούνται περισσότερο
Ο αναδρομικός επανυπολογισμός μειώνει δραστικά τόσο το συνολικό ύψος της οφειλής όσο και τη μηνιαία επιβάρυνση, ανοίγοντας τον δρόμο για επιστροφές ή συμψηφισμούς ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί. Ιδιαίτερα ευνοημένοι είναι όσοι συνέχισαν να πληρώνουν κανονικά τις δόσεις τους τα προηγούμενα χρόνια, καθώς και όσοι έχουν δάνεια με «κούρεμα» λόγω προστασίας της πρώτης κατοικίας, αφού το «κουρεμένο» ποσό δεν επανεκτοκίζεται ως νέο κεφάλαιο.
Παράλληλα, οι δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο προστατεύονται από τις διακυμάνσεις των επιτοκίων, καθώς ο τόκος στη μηνιαία δόση παραμένει χαμηλός και δεν «φουσκώνει» τη συνολική οφειλή, ακόμη και σε περιόδους έντονης νομισματικής σύσφιγξης.