Πράκτορες ομοσπονδιακών υπηρεσιών που είχαν αναπτυχθεί στη Μινεάπολη αρχίζουν να αποσύρονται από τη μητρόπολη από σήμερα, όπως ανακοίνωσε ο δήμαρχος της πόλης, σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της έντασης μετά τον θάνατο δεύτερου Αμερικανού από σφαίρες αστυνομικών που υλοποιούν την αντιμεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης. Η εξέλιξη έρχεται ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προχωρά σε κατευναστικές κινήσεις εν μέσω σφοδρής κριτικής.
Ο θάνατος του Άλεξ Πρέτι, νοσοκόμου σε μονάδα εντατικής θεραπείας, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης το Σάββατο στη Μινεάπολη χαρακτηρίστηκε «τραγωδία» από τον Λευκό Οίκο. Η εκπρόσωπος του προέδρου Κάρολαϊν Λέβιτ διαβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος «δεν θέλει να βλέπει ανθρώπους να τραυματίζονται ή να σκοτώνονται στους δρόμους».
Αντιμέτωπος με κύμα επικρίσεων, ακόμη και από στελέχη του πολιτικού του στρατοπέδου, ο κ. Τραμπ γνωστοποίησε μέσω Truth Social ότι είχε «πολύ καλή» τηλεφωνική συνομιλία με τον δημοκρατικό κυβερνήτη της Μινεσότας Τιμ Γουόλς και στη συνέχεια με τον δήμαρχο της Μινεάπολης Τζέικομπ Φρέι. Ο τελευταίος ανακοίνωσε μέσω X ότι «μερικοί ομοσπονδιακοί πράκτορες θα αρχίσουν να αποχωρούν από την περιοχή» εντός της ημέρας, προσθέτοντας ότι θα συνεχίσει να πιέζει για την αποχώρηση και των υπολοίπων.
Παράλληλα, ο δήμαρχος αναμένεται να συναντηθεί με τον Τομ Χόμαν, στον οποίο έχει ανατεθεί η συνέχιση της πολιτικής μαζικών απελάσεων. Ο κ. Χόμαν, που αναφέρεται απευθείας στον πρόεδρο, ανέλαβε τη διεύθυνση των επιχειρήσεων της ICE, αντικαθιστώντας τον επικεφαλής της συνοριοφυλακής Γκρεγκ Μποβίνο.
Παρά τις κινήσεις αποκλιμάκωσης, παραμένει η «κόκκινη γραμμή» της κυβέρνησης Τραμπ για συνεργασία των τοπικών αρχών με τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες μετανάστευσης, απαίτηση που συναντά την αντίδραση δημοκρατικών αιρετών. Μεγάλο μέρος της Μινεσότας θεωρείται στην πράξη «καταφύγιο» για μετανάστες, καθώς έχει περιορίσει τη συνεργασία των τοπικών δυνάμεων ασφαλείας με την ICE.
Δικαστικές εξελίξεις και πολιτική σύγκρουση
Σε κλίμα ακραίας πόλωσης, μετά και τον θάνατο της Ρενέ Γκουντ από πυρά ομοσπονδιακού αστυνομικού στις 7 Ιανουαρίου, η δικαιοσύνη κλήθηκε να δώσει απαντήσεις σε δύο μέτωπα. Ομοσπονδιακή δικαστής δεσμεύτηκε ότι θα αποφανθεί σύντομα επί του αιτήματος του γενικού εισαγγελέα της πολιτείας για αναστολή της αντιμεταναστευτικής επιχείρησης, εξέλιξη που ενδέχεται να αποτελέσει νομικό προηγούμενο στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τον καθηγητή Ντέιβιντ Σουλτς.
Ταυτόχρονα, εξετάστηκε προσφυγή για να αποτραπεί η καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων στην υπόθεση Πρέτι, χωρίς να έχει εκδοθεί ακόμη ετυμηγορία. Ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Τοντ Μπλαντς διαβεβαίωσε ότι «διενεργείται έρευνα» και ότι δεν θα καταστραφούν αποδείξεις.
Σε πολιτικό επίπεδο, δημοκρατικοί στο ομοσπονδιακό Κογκρέσο απειλούν με πάγωμα της χρηματοδότησης αν δεν προχωρήσει μεταρρύθμιση των υπηρεσιών μετανάστευσης.
Αντιφάσεις για τον θάνατο Πρέτι
Σε συνέντευξή του στη Wall Street Journal, ο πρόεδρος Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πλήρους αποχώρησης των ομοσπονδιακών αστυνομικών από τη Μινεσότα «κάποια δεδομένη στιγμή», δηλώνοντας ότι «δεν του αρέσουν οι πυροβολισμοί», αλλά προσθέτοντας πως «δεν του αρέσει κάποιος να πηγαίνει σε διαδήλωση οπλισμένος». Η κυβέρνηση επέρριψε την ευθύνη για τον θάνατο του Άλεξ Πρέτι στον ίδιο, υποστηρίζοντας ότι έφερε όπλο, αν και οι τοπικές αρχές αντέτειναν ότι είχε νόμιμη άδεια οπλοφορίας.
Ανάλυση του Γαλλικού Πρακτορείου, βασισμένη σε βίντεο του περιστατικού, αντικρούει την επίσημη εκδοχή ότι συνιστούσε άμεση απειλή. Τα πλάνα δείχνουν τον Πρέτι να καταγράφει την επιχείρηση με το κινητό του, να δέχεται σπρέι πιπεριού όταν επιχειρεί να παρέμβει υπέρ διαδηλώτριας και να ακινητοποιείται από πολλούς πράκτορες. Όταν εντοπίζεται όπλο στη μέση του, ακούγεται πυροβολισμός και ακολουθούν τουλάχιστον δέκα ακόμη. Οι γονείς του θύματος κατηγόρησαν την κυβέρνηση για «αηδιαστικά ψέματα», ενώ ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ μίλησε για «εσωτερική τρομοκρατία», με τον κ. Μποβίνο να δηλώνει ότι οι πράκτορες ήταν «τα θύματα» της υπόθεσης.