Το δημογραφικό και η στέγη μπαίνουν στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας για το 2026, σύμφωνα με τη συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου. Η υπουργός χαρακτηρίζει το δημογραφικό «παρόν» και καθοριστικό για την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, την ανάπτυξη και το ασφαλιστικό, ενώ συνδέει ευθέως τη μείωση των γεννήσεων με την ανασφάλεια για το μέλλον, τονίζοντας ότι “πρέπει να ξαναχτίσουμε ένα αίσθημα σταθερότητας και προοπτικής”.
Στο στεγαστικό, περιγράφει ένα «συνεκτικό σχέδιο 43 μέτρων» ύψους περίπου 7 δισ. ευρώ και υποστηρίζει ότι όλες οι πρόσφατες νέες παρεμβάσεις που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός κινούνται προς έναν κοινό στόχο: “να αυξηθεί γρήγορα η προσφορά κατοικιών”. Παράλληλα, αναφέρεται στις δράσεις για την αναζωογόνηση της περιφέρειας, στις πολιτικές για τα δικαιώματα της γυναίκας και στην προστασία από κακοποιητικές συμπεριφορές, επισημαίνοντας ότι η οικονομική ανεξαρτησία είναι «η ισχυρότερη ασπίδα απέναντι σε κάθε μορφή βίας».
«Το δημογραφικό είναι εδώ» – Η αφετηρία του 2026
Η κ. Μιχαηλίδου θέτει ως πρώτη προτεραιότητα το δημογραφικό, υποστηρίζοντας ότι επηρεάζει άμεσα «την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, την ανάπτυξη, το ασφαλιστικό σύστημα και τελικά την ικανότητα διασφάλισης ίσων ευκαιριών». Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώνει ότι η απόφαση απόκτησης παιδιού δεν εξαρτάται μόνο από τα οικονομικά, αλλά και από το αν μια κοινωνία στηρίζει τους γονείς από την πρώτη μέρα: υπηρεσίες φροντίδας, πρώιμη παιδική παρέμβαση και εργασιακό περιβάλλον που «δεν τιμωρεί» τη γονεϊκότητα.
Παράλληλα, εντάσσει στη δημογραφική πολιτική και την καθολική πρόσβαση σε υπηρεσίες για άτομα με αναπηρία και ηλικιωμένους, αναφέροντας πολιτικές όπως η Κάρτα Αναπηρίας, ο Προσωπικός Βοηθός και η προσβασιμότητα κατ’ οίκον, ως παρεμβάσεις που «δημιουργούν περιβάλλον ισότητας και αυτόνομης διαβίωσης».
Στεγαστικό: «Σχέδιο 43 μέτρων» και έξι νέες παρεμβάσεις με στόχο την προσφορά
Απαντώντας στην κριτική ότι μέτρα όπως τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι & ΙΙ» ανεβάζουν τα ενοίκια και δεν λύνουν τη στεγαστική κρίση, η υπουργός υποστηρίζει ότι το πρόβλημα είναι «πανευρωπαϊκό», αλλά ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον «πλήρες, συνεκτικό σχέδιο 43 μέτρων» περίπου 7 δισ. ευρώ, με δύο άξονες: διευκόλυνση της ζήτησης και αύξηση της προσφοράς.
Στη ζήτηση, αναφέρει ότι τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι και ΙΙ» έχουν δώσει τη δυνατότητα σε πάνω από 20.000 νέους και νέες οικογένειες να αποκτήσουν κατοικία, ενώ κάνει αναφορά και στην «επιστροφή ενός ενοικίου ετησίως» ως μέτρο στήριξης ευρύτερου αριθμού νοικοκυριών. Ωστόσο, επιμένει ότι «το μεγάλο ζητούμενο» είναι η προσφορά, περιγράφοντας εργαλεία όπως η κοινωνική αντιπαροχή, η αξιοποίηση δημοσίων ακινήτων και ανενεργών στρατοπέδων για ζώνες κοινωνικής κατοικίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, εντάσσει τις έξι νέες παρεμβάσεις που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, με αναφορά—μεταξύ άλλων—σε: ισχυρότερο πρόγραμμα ανακαίνισης κλειστών/παλαιών κατοικιών (έως 90% επιδότηση και έως 36.000 ευρώ), στήριξη δημοσίων λειτουργών στην περιφέρεια με επιστροφή δύο ενοικίων, δυνατότητα δήμων/περιφερειών να αναβαθμίζουν κτίρια για κατοικίες δημοσίων υπαλλήλων, περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε Αθήνα–Θεσσαλονίκη, κίνητρα για επενδύσεις στην προσιτή κατοικία με 10ετή μίσθωση και πολεοδομική ρύθμιση για ταχύτερη μετατροπή μη οικιστικών κτιρίων σε κατοικίες.
Κοινωνική Αντιπαροχή: Πότε έρχονται τα πρώτα σπίτια
Η υπουργός χαρακτηρίζει την κοινωνική αντιπαροχή εργαλείο που «έπρεπε να έχει ενεργοποιηθεί χρόνια πριν», τονίζοντας ότι υπάρχουν εκατοντάδες ανενεργά δημόσια ακίνητα, συχνά σε περιοχές υψηλής πίεσης. Παράλληλα, εξηγεί ότι πρόκειται για «σύνθετη παρέμβαση», με ανάγκη ωρίμανσης ακινήτων, μελετών, διαγωνισμών και χρόνου κατασκευής, ώστε να διασφαλιστεί ότι το Δημόσιο «δεν θα χάσει ούτε ένα τετραγωνικό» και ότι τουλάχιστον το 30% των κατοικιών θα αποδίδεται με προσιτό μίσθωμα.
Σύμφωνα με τη συνέντευξη, τα πρώτα ακίνητα στοχεύεται να ωριμάσουν για διαγωνισμό μέσα στο 2025, η κατασκευή να ξεκινήσει εντός του 2026 και οι πρώτες κοινωνικές κατοικίες να είναι διαθέσιμες από το 2027.
Ισότητα και προστασία της γυναίκας: «Η οικονομική βία είναι πραγματική»
Στο πεδίο των δικαιωμάτων της γυναίκας, η κ. Μιχαηλίδου αναδεικνύει τη σύνδεση της βίας με την οικονομική ευαλωτότητα: φτώχεια, ανεργία, επισφάλεια και εξάρτηση. Υποστηρίζει ότι η πολιτική ισότητας δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας ή της παρενόχλησης, αλλά πρέπει να «δένει» με εργασία, εκπαίδευση και πρόσβαση σε παιδική φροντίδα, ώστε να ενισχύεται η οικονομική ανεξαρτησία. Όπως σημειώνει, “όταν ενισχύουμε την οικονομική θέση μιας γυναίκας, ενισχύουμε την ελευθερία της”.
Περιφέρεια και Έβρος: ανασχεδιασμός για μόνιμη εγκατάσταση νέων οικογενειών
Για τη συρρίκνωση της περιφέρειας, η υπουργός υπογραμμίζει ότι οι άνθρωποι φεύγουν «όχι επειδή δεν αγαπούν τον τόπο τους», αλλά επειδή δεν μπορούν να ζήσουν από αυτόν, μιλώντας για ανάγκη ολοκληρωμένης στρατηγικής πληθυσμιακής και οικονομικής αναζωογόνησης. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης στον Έβρο, παραδεχόμενη ότι η πρώτη εφαρμογή δεν απέδωσε, καθώς πολλές αιτήσεις δεν πληρούσαν προϋποθέσεις ή αφορούσαν ήδη κατοίκους της περιοχής. Όπως λέει, το πρόγραμμα ανασχεδιάζεται ώστε να λειτουργεί πιο στοχευμένα, με ελκυστικότερα κίνητρα για νέες οικογένειες που μπορούν να εγκατασταθούν μόνιμα σε ακριτικές περιοχές.
«Να ξαναχτίσουμε σταθερότητα και προοπτική»
Κλείνοντας, η κ. Μιχαηλίδου αποδίδει τη μείωση γεννήσεων όχι μόνο σε οικονομικούς λόγους αλλά κυρίως στην αβεβαιότητα, σημειώνοντας ότι όταν οι νέοι μεταθέτουν αποφάσεις «για αργότερα», το «αργότερα» μπορεί να γίνει «ποτέ». Επιμένει ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο επιδόματα, αλλά ένα συνολικό πλαίσιο: προσιτή στέγη, υπηρεσίες φροντίδας, στήριξη εργασίας, ισχυρές δημόσιες δομές, πολιτικές επαναπατρισμού και «ενεργός γήρανση» με αξιοπρέπεια.