Από 1 Ιανουαρίου 2024, οι συνταξιούχοι που συνεχίζουν να εργάζονται λαμβάνουν πλέον ολόκληρη την κύρια και επικουρική σύνταξη χωρίς την παλιά «ποινή» του 30% που υπήρχε στο παρελθόν.
Σήμερα η εργασία μετά τη σύνταξη ενδέχεται να αποφέρει επιπλέον εισφορές υπέρ ΕΦΚΑ περίπου 10 % επί των αποδοχών και προσαύξηση της σύνταξης.
Ποιοι εξαιρούνται και ποιοι πληρώνουν
Δεν επιβαρύνονται όλοι το ίδιο. Σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι συνταξιούχοι ανήκουν σε κατηγορίες που εξαιρούνται από εισφορές, κυρίως αγρότες που συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους. Την ίδια στιγμή, περίπου 135.000 συνταξιούχοι αποκτούν προσαύξηση σύνταξης από τις εισφορές που πληρώνουν, η οποία ενεργοποιείται όταν σταματήσουν να εργάζονται.
Η αύξηση αυτή υπολογίζεται περίπου στο 0,77% των αποδοχών για κάθε έτος εργασίας, με τα οφέλη να κυμαίνονται ενδεικτικά από 12 ευρώ τον μήνα για δύο χρόνια εργασίας έως και 135 ευρώ για μεγαλύτερη διάρκεια και υψηλότερες εισφορές. Ειδικοί επισημαίνουν ότι πολλοί χάνουν έως και 100 ευρώ τον μήνα, επειδή μετά τη διακοπή της εργασίας τους δεν υποβάλλουν αίτηση στον ΕΦΚΑ για την προσαύξηση της σύνταξης που δικαιούνται.
Οι έλεγχοι έχουν ενταθεί και όσοι εργάζονται χωρίς να το δηλώσουν κινδυνεύουν με περικοπές σύνταξης ή παρακρατήσεις για οφειλές. Ήδη έχουν εντοπιστεί χιλιάδες περιπτώσεις συνταξιούχων που δεν κατέβαλαν εισφορές ενώ εργάζονταν, με αποτέλεσμα ακόμη και προσωρινή διακοπή της σύνταξης. Η κατάργηση της περικοπής λειτούργησε ως ισχυρό κίνητρο, οδηγώντας σε επταπλάσια αύξηση των δηλωμένων εργαζόμενων συνταξιούχων σε σχέση με το παρελθόν. Το μέτρο ενισχύει και τα δημόσια ταμεία, καθώς δημιουργεί επιπλέον έσοδα από εισφορές και περιορίζει την αδήλωτη εργασία.
Συμφέρει τελικά να δουλεύει ένας συνταξιούχος;
Για πολλούς, η απάντηση είναι θετική, κυρίως επειδή δεν υπάρχει πλέον μεγάλη περικοπή στη σύνταξη. Ωστόσο, η πραγματική ωφέλεια εξαρτάται από τρεις βασικούς παράγοντες:
- το ύψος του μισθού,
- τις εισφορές που θα πληρώσουν,
- τα χρόνια που σκοπεύουν να παραμείνουν στην εργασία ώστε να αυξήσουν τη σύνταξη.
Σε κάθε περίπτωση, το νέο πλαίσιο μετατοπίζει τη φιλοσοφία του συστήματος: από την τιμωρία της εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση σε ένα μοντέλο που την επιτρέπει — αλλά με κόστος.