- Τι απομένει όταν σβήνει ο ήχος μιας λέξης;
Η Άννα Σωτρίνη δεν αναζητά απαντήσεις — ανασύρει στιγμές. Και τις αφήνει να σταθούν, ακίνητες, να μας κοιτάξουν. Eίναι από εκείνες τις δημιουργούς που οι λέξεις δεν τις εξυπηρετούν — τις απαιτούν. Ποιήτρια, σκηνοθέτις και δασκάλα με βαθιά αίσθηση του σώματος και του βλέμματος, κυκλοφορεί τη νέα της συλλογή Tableau Vivant (Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ), όπου η σιωπή μιλάει περισσότερο από τη φράση και η μνήμη παίρνει μορφή πριν καν αποκτήσει ήχο.
Το “Tableau Vivant” μοιάζει να συνομιλεί περισσότερο με το φως παρά με τον λόγο. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να αναζητήσετε την ποίηση στο ακίνητο, το αμίλητο, το βλέμμα;
Ίσως αυτό που με ώθησε ήταν η αδυναμία του λόγου να περιγράψει την απουσία. Το βλέμμα, η σιωπή, μια στάση του σώματος — εκεί συναντιέται η ποίηση χωρίς λέξεις. Το tableau vivant ως έννοια με συγκίνησε: η ιδέα ότι μια εικόνα μένει ακίνητη, αλλά είναι ζωντανή. Όπως και η μνήμη. Όπως και η θλίψη. Όπως και ο έρωτας όταν δεν έχει τί να πει.
Οι λέξεις, όπως γράφετε, “έχουν σώμα”. Πώς ξεχωρίζετε, κατά τη συγγραφή, αν μια λέξη είναι ζωντανή ή απλώς “καλή”;
Μια “καλή” λέξη μπορεί να είναι καλλωπισμένη. Η ζωντανή, όμως, έχει αντίσταση — δεν υπακούει εύκολα, δεν στριμώχνεται για να ταιριάξει. Μπορεί να μην είναι όμορφη, αλλά έχει παλμό. Τη νιώθω από το στομάχι και όχι από το λεξιλόγιο. Είναι η λέξη που όταν τη γράψω, σωπαίνω.
Πώς συνδιαμορφώθηκε το έργο μέσα από τη συνεργασία σας με τον Άγγελο Μπάκα και την Αγλαΐα Χριστιανού; Τι προσέθεσε η εικαστική ματιά στο ποιητικό σας σύμπαν;
Ο Άγγελος είχε την ευγένεια να δει κάτω από το ποίημα. Δεν πρότεινε, δεν διόρθωσε — ακούμπησε. Οι υποδείξεις του αφορούσαν ρυθμούς και σιωπές, όχι “διορθώσεις”. Η Αγλαΐα, απ’ την άλλη, έφερε αυτό το ασύλληπτο βλέμμα που μπορεί να απεικονίσει την ευθραυστότητα χωρίς να τη σπάσει. Η εικόνα δεν έντυσε την ποίηση — την αποκρυπτογράφησε. Ένιωσα πως είχα συνοδοιπόρους, όχι τεχνικούς.
Η συλλογή αιχμαλωτίζει “στιγμές που πάγωσαν”. Πιστεύετε πως η ποίηση είναι τελικά ένα μέσο διάσωσης ή απλώς ένας πιο ευγενής τρόπος απώλειας;
Η ποίηση δεν διασώζει τίποτα — αλλά σέβεται. Δεν αποτρέπει την απώλεια, αλλά της δίνει χώρο να αναπνεύσει. Είναι σαν να ψιθυρίζεις κάτι που χάθηκε, όχι για να το φέρεις πίσω, αλλά για να το παραδεχτείς. Άρα ναι, είναι ένας πιο ευγενής τρόπος απώλειας — και ίσως, γι’ αυτό, πιο αληθινός.
Αναφέρεστε στην “κυτταρική μνήμη”. Ποιο κομμάτι του εαυτού σας γράφει πρώτα: το βιολογικό, το βιωματικό ή το φαντασιακό;
Πρώτο γράφει το σώμα. Αλλά όχι με λέξεις — με θερμοκρασίες. Με πόνο, με ελαφρύ κρύο στον αυχένα, με παλμούς. Ύστερα έρχεται το βιωματικό για να το εξηγήσει και το φαντασιακό για να το κρύψει. Η ποίηση μου ξεκινά απ’ τη μέση του εαυτού — όχι απ’ το κεφάλι.