Με αυστηρότερο πλαίσιο ελέγχων και σαφή διάκριση μεταξύ γονικών παροχών και ενιαίων δωρεών, η ΑΑΔΕ εντείνει τους ελέγχους για την καταστρατήγηση του αφορολόγητου ορίου των 800.000 ευρώ που ισχύει για μεταβιβάσεις περιουσίας και χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών Α’ κατηγορίας. Οι πρόσφατες υποθέσεις δείχνουν ότι το υψηλό αφορολόγητο χρησιμοποιήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις ως εργαλείο φοροαποφυγής, μέσω διαδοχικών μεταβιβάσεων που εμφανίζονταν ως νόμιμες, αλλά στην πράξη λειτουργούσαν ως μία ενιαία δωρεά προς πρόσωπα εκτός της ευνοϊκής κλίμακας.
Το ισχύον πλαίσιο, όπως εξειδικεύεται με την εγκύκλιο Ε.2077/2022, προβλέπει ότι γονικές παροχές και δωρεές προς συζύγους, τέκνα, γονείς και εγγόνια απαλλάσσονται από φόρο έως 800.000 ευρώ, εφόσον γίνονται μέσω τραπεζικών ιδρυμάτων ή αφορούν μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων. Το αφορολόγητο παρέχεται μία φορά και αφορά το σύνολο των πράξεων μετά την 1η Οκτωβρίου 2021 μεταξύ των ίδιων προσώπων, ενώ για την υπερβάλλουσα αξία επιβάλλεται φόρος 10%.
Ωστόσο, η ίδια εγκύκλιος ξεκαθαρίζει ότι όταν διαδοχικές δωρεές μεταξύ προσώπων Α’ κατηγορίας καταλήγουν να ωφελούν τελικά πρόσωπο εκτός της κατηγορίας αυτής, οι φορολογικές αρχές οφείλουν να εξετάζουν την πραγματική οικονομική ουσία των συναλλαγών. Αν διαπιστωθεί ότι οι επιμέρους πράξεις δεν έχουν αυτοτελή αιτία, αλλά συνδέονται μεταξύ τους και εξυπηρετούν έναν ενιαίο σκοπό, τότε αντιμετωπίζονται φορολογικά ως μία ενιαία δωρεά από τον πραγματικό δωρητή προς τον τελικό αποδέκτη.
Πότε «χτυπά καμπανάκι» η εφορία και τι φόροι επιβάλλονται
Κρίσιμο ρόλο στην αξιολόγηση παίζει το χρονικό διάστημα μεταξύ των μεταφορών. Όταν αυτό είναι σύντομο, ενδεικτικά έως έξι μήνες, δημιουργείται ισχυρή ένδειξη τεχνητής διάσπασης μιας ενιαίας δωρεάς με σκοπό την αποφυγή φόρου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εφορία επιβάλλει στον τελικό αποδέκτη φόρο δωρεάς 20% (κλίμακα Β’ κατηγορίας συγγένειας) και πρόστιμο 50% για μη υποβολή δήλωσης, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στο 30% του μεταβιβασθέντος ποσού.
Οι έλεγχοι έχουν ήδη αναδείξει χαρακτηριστικά παραδείγματα «τριγωνικών» συναλλαγών, κυρίως μεταξύ αδελφών μέσω γονέων, αλλά και μεταξύ πεθεράς και νύφης με ενδιάμεσο τέκνο ή εγγόνι. Παρότι οι πράξεις δηλώθηκαν ως αφορολόγητες, οι ΔΟΥ έκριναν ότι επρόκειτο για ενιαίες δωρεές μεταξύ προσώπων Β’ κατηγορίας και προχώρησαν σε καταλογισμό φόρων και προστίμων. Σύμφωνα με στελέχη της φορολογικής διοίκησης, το βάρος απόδειξης της καταστρατήγησης φέρει η ίδια η ΑΑΔΕ, η οποία αξιοποιεί διασταυρώσεις τραπεζικών κινήσεων, δηλώσεων φόρου δωρεάς και εισοδηματικών στοιχείων.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα από τους ελέγχους
Σε μία περίπτωση, πατέρας μεταφέρει 250.000 ευρώ στην κόρη του ως γονική παροχή για αγορά πρώτης κατοικίας. Έξι εβδομάδες αργότερα, η κόρη μεταφέρει το ίδιο ποσό στον σύζυγό της. Η εφορία έκρινε ότι ο πραγματικός ωφελούμενος ήταν ο γαμπρός και χαρακτήρισε τη συναλλαγή ως ενιαία δωρεά προς συγγενή Β’ κατηγορίας, επιβάλλοντας φόρο 20% και πρόστιμο.
Σε άλλη υπόθεση, γιαγιά μεταβιβάζει 100.000 ευρώ στον εγγονό της για σπουδές στο εξωτερικό. Λίγους μήνες μετά, ο εγγονός μεταφέρει σχεδόν όλο το ποσό στον πατέρα του. Ο έλεγχος έδειξε ότι τα χρήματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για σπουδές και κρίθηκε ότι πρόκειται για έμμεση ενιαία δωρεά από τη γιαγιά προς τον γιο της, με αντίστοιχο καταλογισμό φόρου.
Σε τρίτο παράδειγμα, μητέρα λαμβάνει 400.000 ευρώ από τη μία κόρη της και τέσσερις μήνες αργότερα μεταφέρει το ίδιο ποσό στην άλλη κόρη. Παρότι και οι δύο πράξεις εμπίπτουν τυπικά στην Α’ κατηγορία, η εφορία, λόγω του σύντομου διαστήματος και της μη ενσωμάτωσης των χρημάτων στην περιουσία της μητέρας, έκρινε ότι επρόκειτο για έμμεση δωρεά μεταξύ αδελφών και επέβαλε φόρο 20% και πρόστιμο στον τελικό αποδέκτη.
Η ΑΑΔΕ ξεκαθαρίζει ότι οι έλεγχοι θα συνεχιστούν με στόχο να περιοριστούν οι καταχρηστικές πρακτικές και να εφαρμόζεται το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ μόνο στις περιπτώσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματική οικονομική ουσία των συναλλαγών.