Ο ιστορικός χώρος ξανά στην κοινωνία της Πεντέλης
Το εμβληματικό Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας άνοιξε ξανά τις πύλες του την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου, υποδεχόμενο τους δημότες που κατέκλυσαν τον χώρο για μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία.
Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Πεντελικού, το κοινό παρακολούθησε την ιστορική ταινία του 1954 «Η Δούκισσα της Πλακεντίας» σε σκηνοθεσία Μαρίας Πλυτά. Η προβολή είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς πραγματοποιήθηκε ακριβώς 70 χρόνια μετά την πρώτη της κυκλοφορία, μέσα στους ίδιους τοίχους όπου έζησε η Sophie de Marbois Lebrun και όπου γυρίστηκαν σκηνές του έργου.
Πολιτιστική αναγέννηση με συμβολισμό
Η ανταπόκριση των κατοίκων της Πεντέλης ήταν σημαντική. Η κεντρική σάλα και οι αίθουσες του Μεγάρου γέμισαν, στέλνοντας μήνυμα για την ανάγκη των πολιτών να επανασυνδεθούν με τα ιστορικά τοπόσημα της περιοχής.
Η εκδήλωση, που τελούσε υπό την αιγίδα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΟΜΕ), πλαισιώθηκε μουσικά από την Ελένη Κίκιζα και ολοκληρώθηκε με μια ζωντανή συζήτηση για την ιστορική σημασία της ταινίας. Τον συντονισμό είχε ο διακεκριμένος καθηγητής και πρόεδρος της ΕΣΜΑ, Μανόλης Κορρές, ο οποίος φώτισε την αρχιτεκτονική και ιστορική επιρροή του Μεγάρου.
Για τη Δημοτική Αρχή, η εκδήλωση αυτή δεν ήταν απλώς μια πολιτιστική δράση, αλλά το αποτέλεσμα ενός επίμονου αγώνα για την απόδοση του Μεγάρου στην τοπική κοινωνία. Μετά από μια μακρά περίοδο που το κτίριο παρέμενε κλειστό και ανενεργό, η επιστροφή του στους δημότες σηματοδοτεί μια νέα εποχή για την πολιτιστική ταυτότητα της Πεντέλης.
Ένας ζωντανός χώρος για την κοινωνία
«Η εικόνα του Μεγάρου γεμάτου από κόσμο επιβεβαιώνει ότι η προσπάθειά μας άξιζε», αναφέρει η Δημοτική Αρχή, υπογραμμίζοντας τη δέσμευσή της το Μέγαρο να λειτουργήσει πλέον ως μόνιμο και ζωντανό κέντρο πολιτισμού, μνήμης και δημιουργίας.
Το «Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας», ή αλλιώς «Καστέλο της Ροδοδάφνης» αποτελεί ένα τοπόσημο για την Αττική. Το κηρυγμένο ως νεότερο μνημείο βρίσκεται στο λόφο Κουφού του Δήμου Πεντέλης, κοντά στο ομώνυμο Αστεροσκοπείο. Η οικοδόμησή του ξεκίνησε το 1840 και αποτελούσε το καλοκαιρινό ανάκτορο της Δούκισσας της Πλακεντίας.
Το επιβλητικό κτίριο είναι γοτθικού τύπου, διώροφο, με υπογείους και περιφερικούς βοηθητικούς χώρους. Την κατασκευή του είχε αναλάβει ο αρχιτέκτονας Σταμάτης Κλεάνθης, που υπήρξε αρχιτέκτονας πολλών από τα κτίρια της Δούκισσας της Πλακεντίας, ενώ κατασκευάστηκε με κύριο οικοδομικό υλικό το γνωστό πεντελικό μάρμαρο.
Τον Απρίλιο του 2025 πέρασε στον Δήμο Πεντέλης. Η παραχώρηση, διάρκειας 20 ετών, άνοιξε τον δρόμο για την αποκατάσταση και ανακαίνιση του Μεγάρου και του περιβάλλοντος χώρου, με στόχο να μετατραπεί σε ένα ζωντανό Κέντρο Πολιτιστικών και Πνευματικών Δράσεων για την πόλη. Τον Σεπτέμβριο αποτέλεσε σήμα κατατεθέν του φεστιβαλ του Πεντελικό Όρους, με δεκάδες εκδηλώσεις.
Ο θρύλος της μεγάλης οθόνης
Η ταινία, σε σενάριο και σκηνοθεσία της Μαρίας Πλυτά (της πρώτης Ελληνίδας σκηνοθέτιδας), αποτελεί ένα ασπρόμαυρο αριστούργημα που ακροβατεί ανάμεσα στη βιογραφία και το μελόδραμα. Με ένα λαμπρό καστ πρωταγωνιστών, όπως η Ρίτα Μυράτ, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας και η Δέσπω Διαμαντίδου, το έργο αφηγείται την ταραγμένη ζωή της Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρύν.
Η πλοκή εστιάζει στη μετακόμιση της Δούκισσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1834 και την εγκατάστασή της στην Πεντέλη, με την ελπίδα ότι το κλίμα θα βοηθούσε την άρρωστη κόρη της, Ελίζα. Ο πρόωρος θάνατος της Ελίζας, ο έρωτάς της με τον λήσταρχο Μπιμπίση και η τραγική απόφαση της Δούκισσας να βαλσαμώσει τη σορό της κόρης της, συνθέτουν μια ιστορία που συγκλονίζει μέχρι σήμερα. Η κορύφωση του δράματος έρχεται με την πυρκαγιά του 1847, η οποία αποτέφρωσε το σώμα της Ελίζας και κλόνισε ανεπανόρθωτα τη Δούκισσα.
Ποια ήταν πραγματικά
Η πραγματικότητα πίσω από τον μύθο της Sophie de Marbois-Lebrun, της Δούκισσας της Πλακεντίας, είναι ακόμα πιο συναρπαστική από την ταινία, καθώς ήταν μια πανέξυπνη γυναίκα, μια μητέρα, που έγινε τελικά «τραγική φιγούρα», αλλά και μια παρεξηγημένη προσωπικότητα που λάτρεψε την Ελλάδα.
Η Δούκισσα γεννήθηκε στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ το 1785. Ήταν κόρη Γάλλου διπλωμάτη και παντρεύτηκε τον Σαρλ Λεμπρύν, γιο του συνδιοικητή του Ναπολέοντα και Δούκα της Πλακεντίας (Plaisance). Παρότι απέκτησε τον τίτλο της Δούκισσας, ο γάμος της δεν ήταν ευτυχισμένος και σύντομα χώρισε, κρατώντας όμως τη μεγάλη περιουσία της.
Η ιδιαίτερη σχέση της με την Ελλάδα
Δεν ήταν απλώς μια περαστική αριστοκράτισσα. Κατά την Ελληνική Επανάσταση, πρόσφερε τεράστια ποσά για τον αγώνα, ενώ το 1829 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Η σχέση της με τον Ιωάννη Καποδίστρια ήταν αρχικά φιλική, αλλά αργότερα έγινε εχθρική, καθώς εκείνη συντάχθηκε με την αντιπολίτευση, θεωρώντας τον υπερβολικά αυταρχικό.
Η πιο τραγική πτυχή της ζωής της σχετίστηκε με το δράμα της κόρης της Ελίζας. Το 1836, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στη Βηρυτό, η μοναχοκόρη της Ελίζα πέθανε από φυματίωση. Η Δούκισσα, συντετριμμένη, ταρίχευσε πράγματι τη σορό της και την έφερε στην Αθήνα, τοποθετώντας την στο υπόγειο της προσωρινής της κατοικίας στην οδό Πειραιώς. Την επισκεπτόταν καθημερινά για 10 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που η σορός κάηκε σε μια πυρκαγιά το 1847.
Τα αρχιτεκτονικά «κοσμήματα»
Η Δούκισσα ήταν λάτρης της αρχιτεκτονικής. Ανέθεσε στον σπουδαίο αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη το χτίσιμο εμβληματικών κτιρίων:
Η Villa Ilissia
Το σημερινό Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο στην Αθήνα ήταν το χειμερινό της ανάκτορο. Η Villa Ilissia είναι ένα από τα ωραιότερα κτίσματα που δημιουργήθηκαν στην Αθήνα τα πρώτα χρόνια της ιστορικής της διαδρομής ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Η οικοδόμηση της Villa Ilissia ξεκίνησε το 1840, λίγο έξω από τα όρια της πόλης, σε μικρή απόσταση από τα βασιλικά ανάκτορα (τη σημερινή Βουλή), που είχαν αρχίσει να κτίζονται το 1836. Η Villa Ilissia βρισκόταν ανάμεσα στις όχθες του ποταμού Ιλισσού, που σήμερα έχει καλυφθεί, και τη λεωφόρο που λίγο καιρό νωρίτερα είχε χαραχθεί για να συνδέσει την Αθήνα με την Κηφισιά.
Η λεωφόρος Κηφισίας, όπως ονομαζόταν τότε η σημερινή Βασιλίσσης Σοφίας, εξελίχθηκε σύντομα σε ένα από τα ομορφότερα βουλεβάρτα της Αθήνας, σε ένα σύμβολο του εξευρωπαϊσμού της νέας πρωτεύουσας, καθώς κτίστηκαν κατά μήκος της, από γνωστούς αρχιτέκτονες της εποχής, πολλά δημόσια κτήρια, αλλά και ιδιωτικές επαύλεις που στέγασαν διαπρεπείς οικογένειες της αθηναϊκής κοινωνίας.
Το μέγαρο των Ιλισσίων είναι στην πραγματικότητα ένα συγκρότημα κτηρίων. Το κεντρικό κτήριο, η κατοικία της Δούκισσας, επενδεδυμένο εξωτερικά με μάρμαρο, αποτελείται από δύο ορόφους και υπόγειο. Πρόκειται για ένα κτίσμα που διακρίνεται για την απλότητα και την αυστηρή συμμετρία του. Κατοικήθηκε από τη Δούκισσα μέχρι το θάνατό της το 1854. Αργότερα το συγκρότημα περιήλθε στο ελληνικό Δημόσιο, στέγασε για τρία χρόνια τη Σχολή Ευελπίδων και στη συνέχεια άλλες στρατιωτικές αρχές.Το 1926 η Villa Ilissia παραχωρήθηκε για να στεγάσει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.
Το Castel de la Rododafni
Το «Καστέλο της Ροδοδάφνης» είναι το γνωστό Μέγαρο στην Πεντέλη, όπου έγινε και η προβολή της ταινίας. Πρόκειται για ένα περίφημο γοτθικό ανάκτορο, οι εργασίες στο οποίο ξεκίνησαν το 1840 και το οικοδομικό υλικό ήταν το άριστο πεντελικό μάρμαρο.
Το κεντρικό κτίριο είναι διώροφο με υπόγειους χώρους και πλευρικά βοηθητικά κτίρια. Σχεδιαστής θεωρείται ο Μακεδόνας αρχιτέκτων Κλεάνθης, ο οποίος βοήθησε τη Δούκισσα να συναντηθεί με τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής της Πεντέλης και να αγοράσει ένα ορεινό κομμάτι.
Το παραχωρητήριο της Μονής προς τη Δούκισσα υπογράφτηκε το 1840. Της μεταβίβασαν οι καλόγεροι το απέναντι από τη Μονή ορεινό κομμάτι, γνωστό με το όνομα Κουφό ή Σκαπέτος, έκτασης 1738 στρεμμάτων, από τα οποία τα 8 μόνο ήταν καλλιεργημένα με 126 ελαιόδεντρα.
Μέσα στο κτήμα ήταν και η πηγή της Ροδοδάφνης, την οποία υποχρεωνόταν η Δούκισσα να επισκευάσει για να μπορούν να πίνουν νερό οι διαβάτες και τα ζώα. Το Μέγαρο άρχισε να οικοδομείται το 1840 με μάρμαρα από τα λατομεία του Πεντελικού. Εκεί δίπλα χτίστηκε και ένα μικρό οίκημα, η «Μεζονέτ» με το ωραίο και μυστικοπαθές μοναστηριακό υπερώο. Το Καστέλο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ αφού δεν τοποθετήθηκαν παράθυρα και στέγη.
Επικρατούσε η παράδοση, την οποία κατέγραψε ο Γάλλος συγγραφέας Edmond About, που συναναστράφηκε με τη Δούκισσα, ότι τα κτίσματα τ’ άφηνε μισοτελειωμένα σύμφωνα με έναν δεισιδαίμονα φόβο, ότι θα πεθάνει όταν τελειώσει κάποιο από αυτά.
Έτσι μετά το θάνατο της το 1854, το κτίριο παρέμεινε ακατοίκητο και ερειπωμένο πάνω από έναν αιώνα, ώσπου το 1959 άρχισε η αναστήλωση με χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου. Όταν το 1961 ολοκληρώθηκε δόθηκε στο διάδοχο και βασιλιά Κωνσταντίνο Β’ ως εξοχική κατοικία, μέχρι το 1964.
Σήμερα ανήκει στο Δήμο Πεντέλης και φιλοξενεί το δημοτικό πολιτιστικό κέντρο. Είναι ένας εμβληματικός χώρος για το Δήμο Πεντέλης, ο οποίος φιλοξενεί βιβλιοθήκη με σπάνια βιβλία δωρεάς των δημοτών, καθώς και εκδηλώσεις έως και 1.000 ατόμων.
Κατοικίες Plaisance και Tourelle
Οι κατοικίες Plaisance (Πλακεντία) και Tourelle (Πυργίσκος) αποτελούν δύο ακόμα εμβληματικά κτίρια που κατασκεύασε η Δούκισσα της Πλακεντίας στην περιοχή της Πεντέλης. Ανάμεσα στα κτίρια που οραματίστηκε και υλοποίησε τα δύο οικοδομήματα ξεχωρίζουν καθώς συνδυάζουν την ευρωπαϊκή αισθητική με το αττικό τοπίο. Για την ανέγερση αυτών των εμβληματικών κτιρίων, η Δούκισσα επιστράτευσε την αφρόκρεμα των επιστημόνων της εποχής.
Το σχέδιο και η αισθητική φέρουν τη σφραγίδα του διακεκριμένου Δανού αρχιτέκτονα Χανς Κρίστιαν Χάνσεν (Hans Christian Hansen), ο οποίος υπήρξε από τους κύριους εκπροσώπους του κλασικισμού στην Ελλάδα (σχεδιαστής, μεταξύ άλλων, του Πανεπιστημίου Αθηνών). Στην υλοποίηση του οράματος συνέβαλε καθοριστικά ο έμπειρος μηχανικός Αλέξανδρος Γεωργαντάς.
Ο μικρός ξενώνας «Plaisance-Πλακεντία», αποπερατώνεται το 1846 και έχει πάρει το όνομα του από την ιταλική επαρχία εκ της οποίας κατάγεται η Δούκισσα. Τελευταίο και ανολοκλήρωτο κτίσμα της σειράς μεγάρων της Δούκισσας αποτελεί το «Πυργάκι» ή «Tourelle», το οποίο προοριζόταν να έχει τη χρήση του ξενώνα. Σήμερα, ο επισκέπτης της περιοχής μπορεί να παρατηρήσει τα υπολείμματα του κτιρίου επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου στην Πεντέλη.
Αυτές οι κατοικίες δεν ήταν απλώς πολυτελή καταλύματα, αλλά μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου της Δούκισσας για την οικιστική και πολιτιστική αναβάθμιση της περιοχής. Η δούκισσα, άλλωστε, προχώρησε στην κατασκευή μαρμάρινης πεντάτοξης γέφυρας πάνω από ρεματιά της πεντελικής γης, κρηνών, δύο λατομείων μαρμάρου, ενός κοιτώνος για τους λατόμους, ενώ χρηματοδότησε και τη διάνοιξη δρόμων στην Πεντέλη.
Τα έργα αυτά λειτουργούν ως διάψευστοι μάρτυρες μιας εποχής όπου η Πεντέλη αποτελούσε το επίκεντρο της κοσμικής και πνευματικής ζωής της Αθήνας
Ο Λήσταρχος Μπιμπίσης: Μύθος ή αλήθεια;
Η ταινία προβάλλει έναν έρωτα μεταξύ της κόρης της και του λήσταρχου. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν συνέβη ποτέ. Η ιστορική αλήθεια είναι ότι η συμμορία του Μπιμπίση είχε απαγάγει τη Δούκισσα το 1846 στην Πεντέλη. Οι κάτοικοι του Χαλανδρίου, που τη λάτρευαν γιατί τους βοηθούσε οικονομικά, ξεσηκώθηκαν και ανάγκασαν τους ληστές να την αφήσουν ελεύθερη χωρίς λύτρα.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, έγινε ιδιότροπη και μοναχική. Φορούσε πάντα λευκά ρούχα και έναν λευκό πέπλο, γεγονός που τροφοδοτούσε τις φήμες των απλών ανθρώπων της εποχής. Πέθανε το 1854 και τάφηκε στην Πεντέλη, σε έναν τάφο που θυμίζει αρχαίο ναό, σε σχέδιο του Σταμάτη Κλεάνθη.