Οι επιστήμονες εξηγούν ότι δεν είναι δυνατόν να διεξαχθούν κλινικές δοκιμές τόσο μεγάλης κλίμακας ώστε να εντοπιστούν εκ των προτέρων όλες οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Το 2021, λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία των πρώτων εμβολίων κατά της COVID-19, κορυφώθηκε η ανησυχία για μια εξαιρετικά σπάνια αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρα επιπλοκή, που συνδέθηκε με τα εμβόλια της AstraZeneca και της Johnson & Johnson.
Πλέον, οι ερευνητές εκτιμούν ότι έχουν σε μεγάλο βαθμό εξηγήσει τον μηχανισμό πίσω από τα περιστατικά θρόμβωσης και θρομβοπενίας. Σύμφωνα με επιστημονικό άρθρο που δημοσιεύθηκε στο New England Journal of Medicine (NEJM), στα συγκεκριμένα εμβόλια χρησιμοποιείται μια πρωτεΐνη αδενοϊού η οποία, σε άτομα με συγκεκριμένο γενετικό υπόβαθρο, μπορεί να ενεργοποιήσει την παραγωγή «λανθασμένων» αντισωμάτων. Το άρθρο, με τίτλο «Adenoviral Inciting Antigen and Somatic Hypermutation in VITT», αναλύει το φαινόμενο της θρόμβωσης και θρομβοπενίας που προκαλείται από εμβόλια, γνωστό ως VITT.
Η σπανιότητα του φαινομένου υπογραμμίζεται τόσο στο ίδιο το άρθρο όσο και σε αναλύσεις του επιστημονικού περιοδικού Science. Στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμάται ότι περίπου 3 στους 100.000 εμβολιασμένους με AstraZeneca εμφάνισαν VITT, ενώ στις ΗΠΑ περίπου 1 στους 200.000 που έλαβαν το εμβόλιο της Johnson & Johnson. Μέχρι τον Απρίλιο του 2021, στην Ευρώπη είχαν εμβολιαστεί περίπου 34 εκατομμύρια άνθρωποι με AstraZeneca και είχαν καταγραφεί 222 περιστατικά του συνδρόμου.
Παρότι οι ανεπιθύμητες αυτές ενέργειες ήταν εξαιρετικά σπάνιες, πολλές υγειονομικές αρχές συνέστησαν τη χρήση εναλλακτικών εμβολίων, ιδίως σε νεότερες ηλικίες, όπου φαινόταν να υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος. Τα εμβόλια της AstraZeneca και της Johnson & Johnson βασίζονταν σε διαφορετική τεχνολογία από εκείνη των Pfizer και Moderna, καθώς χρησιμοποιούσαν αδενοϊούς ως φορείς για το DNA της πρωτεΐνης ακίδας του κορονοϊού.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η πρωτεΐνη του αδενοϊού μπορεί να πυροδοτήσει σε ορισμένα άτομα την παραγωγή «ατίθασων» αντισωμάτων, τα οποία δεν στοχεύουν μόνο τον ιό αλλά συνδέονται και με τον παράγοντα πήξης PF4 στο αίμα. Αυτό οδηγεί σε μια αλυσιδωτή αντίδραση που προκαλεί αρχικά θρόμβωση και στη συνέχεια αιμορραγία, καθώς εξαντλούνται τα αιμοπετάλια που είναι απαραίτητα για την πήξη.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η κατανόηση αυτού του μηχανισμού είναι κρίσιμη, όχι μόνο για την αποτίμηση όσων συνέβησαν στην πανδημία, αλλά και για τη βελτίωση παρόμοιων εμβολίων στο μέλλον, τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικά σε επόμενες υγειονομικές κρίσεις. Υπενθυμίζεται ότι πολλές χώρες περιόρισαν τη χρήση του εμβολίου της AstraZeneca και ότι το σκεύασμα της Johnson & Johnson τελικά εγκαταλείφθηκε, χωρίς ωστόσο η απόσυρση να αποδίδεται επισήμως αποκλειστικά στα περιστατικά θρομβώσεων.