Μια θλιβερή πρωτιά καταγράφει η Ελλάδα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς είναι η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό πολιτών που δηλώνουν ότι δεν έλαβαν την ιατρική φροντίδα που χρειάστηκαν σε νοσοκομείο ή άλλη δομή υγείας.
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ («Συνθήκες Διαβίωσης 2025»), περίπου 13% των Ελλήνων δήλωσαν το 2023 ότι είχαν ανάγκη από ιατρική εξέταση ή θεραπεία που δεν πραγματοποιήθηκε. Το ποσοστό για το 2024, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat, εκτοξεύεται στο 21,9%. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι μόλις 3,6%, καταδεικνύοντας το εύρος του προβλήματος.
Πίσω από τα ποσοστά αυτά βρίσκονται άνθρωποι που αναβάλλουν ραντεβού, καθυστερούν επεμβάσεις ή παραιτούνται από θεραπείες. Η οικονομική δυσκολία παραμένει κύριος παράγοντας, ενώ οι μεγάλες λίστες αναμονής και η δυσκολία μετακίνησης, ιδίως σε νησιωτικές και ορεινές περιοχές, επιτείνουν το πρόβλημα. Χαρακτηριστικό είναι πως οι γυναίκες δηλώνουν συχνότερα ανικανοποίητες ανάγκες σε σχέση με τους άνδρες (14,5% έναντι 10,6%), με τα υψηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στις μεγαλύτερες ηλικίες και στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα.
Οι «πρωταθλητές» και οι «ουραγοί» της Ευρώπης
Στον ευρωπαϊκό χάρτη των ανικανοποίητων υγειονομικών αναγκών, η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή, με τη Φινλανδία και την Εσθονία να ακολουθούν (12,4% και 11,2% αντίστοιχα). Στον αντίποδα, χώρες όπως η Κύπρος, η Μάλτα και η Τσεχία καταγράφουν σχεδόν μηδενικά ποσοστά μη πρόσβασης σε ιατρική φροντίδα.
Ο μέσος όρος της Ε.Ε. δεν ξεπερνά το 4%, υπογραμμίζοντας το χάσμα μεταξύ Ελλάδας και υπόλοιπων χωρών, αλλά και τις βαθιές ανισότητες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το ελληνικό σύστημα υγείας.
Πολλοί γιατροί – λίγη πρόσβαση
Παρά την εικόνα αυτή, τα υπόλοιπα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν στερείται ιατρικού δυναμικού ή υποδομών συνολικά. Η χώρα διαθέτει 6,6 γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους, από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη, ενώ αντιστοιχούν περίπου 420 νοσοκομειακές κλίνες ανά 100.000 κατοίκους. Παράλληλα, λειτουργούν περίπου 100 φαρμακεία ανά 100.000 κατοίκους, ένας από τους μεγαλύτερους δείκτες στην Ε.Ε.
Ωστόσο, η πρόσβαση παραμένει δύσκολη, όχι λόγω έλλειψης γιατρών, αλλά λόγω ανισοκατανομής, οικονομικών εμποδίων και περιορισμένης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας. Ενδεικτικά, η Ελλάδα διαθέτει μόλις 1,9 κέντρα υγείας ανά 100.000 κατοίκους, αριθμός που είναι ιδιαίτερα χαμηλός για τις ανάγκες της περιφέρειας.
Πίεση στις ευάλωτες ομάδες και «φτωχοποίηση της υγείας»
Οι δυσκολίες πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας συνδέονται άμεσα και με τη γενικότερη οικονομική πραγματικότητα. Το 26,9% του πληθυσμού ζει σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πίσω από τους αριθμούς, υπάρχουν πραγματικές ιστορίες: ο ηλικιωμένος που περιμένει μήνες για ραντεβού, η μητέρα που αναβάλλει εξετάσεις για το παιδί της λόγω κόστους, ο ασθενής που αποφεύγει την επανεξέταση γιατί δεν έχει χρήματα για ιδιωτικό ραντεβού.
Η υψηλή ιδιωτική δαπάνη για φάρμακα και διαγνωστικές εξετάσεις οδηγεί πολλούς πολίτες στο να εγκαταλείπουν την πρόληψη και να φτάνουν στα νοσοκομεία όταν πλέον η κατάστασή τους έχει επιδεινωθεί.