Παρασκευή, 20 Μαρτίου, 2026
9.7 C
Athens
Παρασκευή, 20 Μαρτίου, 2026

    Όταν το γέλιο παγώνει: Η Μαρκέλλα Αργυροπούλου για το “Παραλήρημα για δύο” του Ιονέσκο

    Αποθήκευση δημοσίευσης
    Αποθηκεύθηκε

    Το «Παραλήρημα για δύο» του Ευγένιου Ιονέσκο είναι από εκείνα τα έργα που συχνά παρεξηγούνται.

    Πίσω από τον φαινομενικά κωμικό καβγά ενός ζευγαριού κρύβεται μια σκοτεινή και βαθιά υπαρξιακή αλληγορία για την ανθρώπινη συνύπαρξη, τη διάλυση της γλώσσας και τον κόσμο που καταρρέει γύρω μας.

    Στη Σκηνή Brecht – 2510, η σκηνοθέτις και ηθοποιός Μαρκέλλα Αργυροπούλου προσεγγίζει το έργο όχι ως μια απλή κωμωδία σχέσεων, αλλά σαν ένα ιδιότυπο σκηνικό «πείραμα»: δύο άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε έναν κλειστό χώρο, σε έναν μικρόκοσμο που σταδιακά διαλύεται, ενώ έξω μαίνεται ένας παράλογος πόλεμος.

    Με αφορμή την παράσταση, μιλήσαμε μαζί της για το γέλιο που κρύβει αγωνία, για την εντροπία των ανθρώπινων σχέσεων, για τη γλώσσα που χάνει το νόημά της και για το πώς ο κόσμος του Ιονέσκο μοιάζει σήμερα πιο οικείος από ποτέ.

    Το έργο συχνά αντιμετωπίζεται ως κωμωδία συζυγικού καβγά. Εσείς το προσεγγίζετε σχεδόν σαν φιλοσοφικό και επιστημονικό πείραμα. Πού τελειώνει το γέλιο και πού αρχίζει η υπαρξιακή αγωνία;

    Το γέλιο στον Ιονέσκο είναι το «δόλωμα». Γελάμε με τον παραλογισμό, με την εμμονή τους για το αν το σαλιγκάρι και η χελώνα είναι το ίδιο ζώο, γιατί μας φαίνεται οικείο το πείσμα τους. Αλλά το γέλιο παγώνει τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι αυτός ο καβγάς δεν είναι απλώς μια διαφωνία, είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης. Η υπαρξιακή αγωνία ξεκινά εκεί που οι λέξεις παύουν να έχουν νόημα και γίνονται απλώς τούβλα σε έναν τοίχο που υψώνουν ανάμεσα σε αυτούς και το Χάος που επικρατεί έξω.

    Σκηνοθετικά, το βλέπω σαν ένα πείραμα σε εργαστήριο: βάζουμε δύο ανθρώπους σε έναν κλειστό χώρο, αφαιρούμε τη λογική και παρατηρούμε πόση ώρα αντέχει η ανθρωπιά τους πριν γίνει σκόνη.

    Στη σκηνοθετική σας ανάγνωση μιλάτε για ένα «κλειστό θερμοδυναμικό σύστημα» που οδηγείται στον θάνατο. Πώς μεταφράζεται αυτή η έννοια σκηνικά για τον θεατή;

    Στη φυσική, η εντροπία σε ένα κλειστό σύστημα πάντα αυξάνεται – η αταξία μεγαλώνει μέχρι την πλήρη ακινησία. Στη σκηνή Brecht-2510, αυτό μεταφράζεται στην ύλη που καταρρέει. Τα αντικείμενα χάνουν τη χρήση τους, ο χώρος στενεύει, οι ρυθμοί γίνονται ολοένα και πιο σπασμωδικοί. Ο θεατής δεν βλέπει απλώς ένα δωμάτιο· βλέπει έναν οργανισμό που ξεμένει από οξυγόνο. Η ενέργεια που ξοδεύουν οι ήρωες για να επιτεθούν ο ένας στον άλλον είναι η ίδια ενέργεια που τους λείπει για να σωθούν. Είναι μια φθορά που μπορείς σχεδόν να τη μυρίσεις.

    Το στοιχείο του πολέμου παραμένει εκτός σκηνής αλλά είναι πανταχού παρόν. Πόσο πολιτική είναι τελικά αυτή η παράσταση, έστω και χωρίς συνθήματα;

    Είναι βαθιά πολιτική ακριβώς επειδή αρνείται να γίνει διδακτική. Ζούμε σε μια εποχή που ο «πόλεμος» –είτε είναι πραγματικός, είτε οικονομικός, είτε ψηφιακός– συμβαίνει στην άλλη πλευρά της οθόνης μας, ενώ εμείς αναλωνόμαστε σε μικροπρέπειες. Η πολιτική διάσταση της παράστασης βρίσκεται στην απάθεια. Το γεγονός ότι οι ήρωες συνεχίζουν να καβγαδίζουν για ασήμαντα πράγματα ενώ ο κόσμος γύρω τους γκρεμίζεται, είναι ο καθρέφτης της δικής μας σύγχρονης κοινωνίας. Η πολιτική πράξη σήμερα δεν είναι πάντα το σύνθημα· είναι η αφύπνιση από τον λήθαργο του «μικρόκοσμού» μας.

    Αναφέρεστε στην «ψηφιακή διάσταση του παραληρήματος» και στο glitch της πραγματικότητας. Πώς συνομιλεί ο Ιονέσκο του 1960 με τον άνθρωπο των social media του 2026;

    Ο Ιονέσκο προέβλεψε τον «θόρυβο». Το 2026, το δικό μας «παραλήρημα» είναι το ασταμάτητο scrolling, οι αλγόριθμοι που μας κλείνουν σε φούσκες και το “glitch” που συμβαίνει όταν η πραγματικότητα εισβάλλει βίαια στην ψηφιακή μας τελειότητα. Οι ήρωες του έργου είναι σαν δύο χρήστες που έχουν κολλήσει σε ένα loop σχολίων κάτω από ένα post, ανίκανοι να δουν ότι το σπίτι τους καίγεται. Το «glitch» στην παράσταση είναι εκείνες οι στιγμές που η γραμμική ροή σπάει, που η εικόνα «παγώνει» ή παραμορφώνεται, θυμίζοντάς μας ότι αυτό που ζούμε είναι μια κατασκευή.

    Οι ήρωες μοιάζουν εγκλωβισμένοι όχι μόνο στον χώρο αλλά και στη γλώσσα τους. Πιστεύετε ότι σήμερα έχουμε χάσει την ικανότητα να επικοινωνούμε ουσιαστικά ή απλώς μιλάμε περισσότερο χωρίς να λέμε τίποτα;

    Νομίζω πως συμβαίνουν και τα δύο. Έχουμε μετατρέψει τη γλώσσα σε όπλο ή σε θόρυβο φόντου. Μιλάμε ακατάσχετα –στα chat, στα podcast, στις ειδήσεις– αλλά σπάνια «ακούμε». Στο έργο, η γλώσσα χρησιμοποιείται για να καλύψει τη σιωπή, γιατί η σιωπή είναι επικίνδυνη· στη σιωπή ακούγονται οι βόμβες. Σήμερα, η επικοινωνία έχει γίνει συναλλαγματική. Έχουμε χάσει την πολυτέλεια της παύσης και του βλέμματος. Μέσα από την παράστασή μας , προσπαθούμε να αναδείξουμε ακριβώς αυτό: τη μοναξιά που κρύβεται πίσω από τις λέξεις.

    Το διαμέρισμα λειτουργεί ως καταφύγιο και φυλακή μαζί. Πόσο επίκαιρη είναι αυτή η εικόνα μετά από πανδημίες, πολέμους και ψηφιακή απομόνωση;

    Είναι τρομακτικά επίκαιρη. Το σπίτι μας έγινε ο κόσμος μας. Μέσα εκεί νιώθουμε ασφαλείς, αλλά ταυτόχρονα γινόμαστε δεσμοφύλακες του εαυτού μας. Μετά από όσα περάσαμε τα τελευταία χρόνια, η έννοια του «τοίχου» απέκτησε νέα σημασία. Το διαμέρισμα στο «Παραλήρημα» είναι το κέλυφος που μας προστατεύει από το «έξω», αλλά αν δεν βγεις ποτέ από το κέλυφος, τελικά αυτό γίνεται ο τάφος σου.

    Ως ηθοποιός και σκηνοθέτιδα ταυτόχρονα, πώς διαχειριστήκατε την ισορροπία ανάμεσα στη σκηνική πράξη και τη συνολική ιδέα της παράστασης;

    Είναι μια άσκηση σχιζοφρένειας, αλλά με την καλή έννοια! Ως σκηνοθέτις πρέπει να έχω το «μάτι του γερακιού», να βλέπω το όλο, το σύστημα, τη γεωμετρία. Ως ηθοποιός, πρέπει να βυθιστώ στο συναίσθημα, στο «τώρα», στη σύγκρουση. Η ισορροπία βρέθηκε μέσα από την εμπιστοσύνη στην ομάδα μου. Υπάρχουν στιγμές που πρέπει να «βγω» από τον ρόλο για να διορθώσω μια λεπτομέρεια στο φως και στιγμές που πρέπει να ξεχάσω ότι εγώ έστησα αυτό το σύμπαν και απλώς να υπάρξω μέσα του. Είναι κουραστικό, αλλά σου δίνει μια ολιστική κατανόηση του έργου που δεν θα την άλλαζα με τίποτα.

    Αν ο θεατής φύγει με ένα συναίσθημα από το «Παραλήρημα για δύο», ποιο θα θέλατε να είναι: γέλιο, ανησυχία ή η ανάγκη να σπάσει το δικό του «κέλυφος» πριν να είναι αργά;

    Θα ήθελα να φύγει με μια «γλυκιά ανησυχία». Όχι με φόβο, αλλά με εκείνη την παρόρμηση που νιώθεις όταν ξυπνάς από έναν εφιάλτη και το πρώτο πράγμα που θέλεις να κάνεις είναι να ανοίξεις το παράθυρο για να πάρεις καθαρό αέρα. Αν ο θεατής, βγαίνοντας από το θέατρο, νιώσει την ανάγκη να κοιτάξει τον άνθρωπο δίπλα του και να του πει κάτι ουσιαστικό, κάτι που δεν είναι «θόρυβος», τότε το πείραμά μας πέτυχε. Το κέλυφος πρέπει να σπάσει από μέσα.

    ΑΡΘΡΑ ΙΔΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Παρακαλούμε, εισάγετε το σχόλιό σας!
    Παρακαλούμε, εισάγετε το όνομά σας

    ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

    ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ